Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Ο γιός του νοικοκυραίου


Ο γιός του νοικοκυραίου μεγάλωσε στο χωριό. Ο πατέρας του, ο κυρ-νοικοκυραίος, ήταν αγρότης και πάσχιζε να μεγαλώσει τα παιδιά του δουλεύοντας σκληρά στα χωράφια, κάνοντας “το σκατό του παξιμάδι”. Το όνειρό του ήταν να μην κάνουν την ίδια μίζερη ζωή τα παιδιά του, να σπουδάσουν, να ξεφύγουν απ’ το χωριό και απ το μεροδούλι μεροφάι, να γίνουν “επιστήμονες” να τα καμαρώνει.
Ο γιος, του βγήκε λίγο “μπούλης”, τον παραχάιδεψε και η μάνα νοικοκυραίου. Μικρός, τα έκανε πάνω του μέχρι τα 8 του και στο σχολείο τα άλλα παιδιά τον κοροιδεύανε για αυτό. Xέστη τον φωνάζανε και κατρουλή τον κατεβάζανε και συχνά τον βαράγανε υποτιμητικά στο σβέρκο και του πετάγανε στραγάλια με το φυσοκάλαμο. Παιδί “ξουράφι” δεν ήτανε με καμία δύναμη, μάλλον “αργός” ήτανε. Δεν τα ‘παίρνε τα γράμματα, όπως έλεγε ο δάσκαλος στον κυρ-νοικοκυραίο. “Καλύτερα να μείνει εδώ να δουλέψει τη γη σας, να προκόψει”, του είχε πει στην 6η δημοτικού, “δεν τα παίρνει με τίποτα, ούτε τέχνη δε νομίζω πως μπορεί να μάθει”.
Ο γιος του νοικοκυραίου έβλεπε πολύ τηλεόραση, πάρα πολύ τηλεόραση, του άρεσαν τα αστυνομικά και οι ταινίες, οι πολεμικές, σαν τον “Ράμπο”, του άρεσε και αυτός ο γάλος με τα τρία ονόματα, ο πως τον λένε μωρέ,  αυτός ο Ζα κλο βα ντα και παιδικός του ήρωας ήταν ο Στίβεν Σιγκάλ. Στο γυμνάσιο ήταν χειρότερα τα πράγματα. Μόνο στα θρησκευτικά και στη γυμναστική τα κατάφερνε, γιατί η μάνα νοικοκυραίου τον πήγαινε από μικρό συχνά στην εκκλησία. “Ξεφτέρι” ήτανε σε κάθε λιτανεία και κηδεία και έπαιζε και πολλή μπάλα στην ομάδα του χωριού, ήταν δεξί μπάκ, ο “κλαδευτίρας” όπως τον φώναζαν οι συμπαίχτες του. Δεν ήταν καλός στην ιστορία, αλλά του άρεσε η επανάσταση του ’21, μισούσε τους αιμοβόρους Τούρκαλάδες (που να ξερε πως ο προπροπάππους του ήταν προύχοντας που μάζευε τα χαράτσια για τον αγά) και πίστευε πως είναι απόγονος των Λακεδαιμόνων (όταν μπορούσε να προφέρει σωστά αυτή τη λέξη καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι, άν και μισούσε και τους “γιούφτους” γιατί “αυτοί έφτιαξαν τα καρφιά που σταυρώσαν το χριστούλι”). Του άρεσαν και οι αρχαίοι μύθοι. Πολλές φορές αναρωτιόταν τι σκατά λαβή έκανε στον μόλο, ο Λεωνίδας, αλλά πάντα βραχυκύκλωνε σε αυτή τη σκέψη και δε τόλμησε ποτέ να ρωτήσει.
Ως χαρακτήρας στην προεφηβεία ήταν μάλλον ντροπαλός και ακοινώνητος. Τα υπόλοιπα παιδιά δεν τα έκανε και πολύ παρέα, γιατί αυτά «ακούγανε ξένα», «ντυνόντουσαν με τζίν χωρίς τσάκιση», μιλάγανε για «πολιτικά» και όταν προσπαθούσε να μπει στην παρέα τους τον δουλεύανε, «γιδογάμη» τον ανεβάζανε, «γρόθο» τον κατεβάζανε και του ρίχνανε υποτιμητικές σφαλιαρίτσες η του καρφιτσώνανε χαρτάκια με ένα πέος ζωγραφισμένο στην πλάτη. Εκείνος κάρφωνε τα πάντα στον γυμνασιάρχη, τον Θεολόγο, τον χουντικό απ’ τα Τρίκαλα, που τον έβαζε να σπιουνεύει ποιοί καπνίζουν και ποιοι είναι σε «πολιτικές νεολαίες», για να τον περνάει τις τάξεις. Το χαιρότανε το κάρφωμα, ήταν γλυκιά η αίσθηση της εκδίκησης, ένα είδος ανώμαλης επιβεβαίωσης.«Θα τους δείξω εγώ», σκεφτότανε και έβλεπε τον εαυτό του Σβαρτζενέγκερ να τους θερίζει όλους με ένα μεγάλο μακρύκαννο όπλο.

Έβλεπε επίσης συχνά τον εαυτό του να βιάζει δεμένη χειροπόδαρα την κόρη του γείτονα (όπως είχε δεί σε μια γερμανική τσόντα). «Αυτό το τσουλί», που τον φώναζε υποτιμητικά «τοσοδούλι», μπροστά σε όλα τα άλλα παιδιά. Κάποτε, όταν ήταν μικρά, παίζανε στον αχυρώνα το γιατρό και τη νοσοκόμα και ‘κείνη είδε το «μόριό» του, “τοσοδούλι” φώναξε δείχνοντας και έβαλε δυνατά τα γέλια. “Τοσοδούλι, θα σου δείξω εγώ”, σκεφτόταν. Ένας θείος τον πήγε μια μέρα στις «πουτάνες», ένα καλοκαίρι, στην Αθήνα, αλλά δεν του σηκώθηκε απο το άγχος και ‘κείνη η “παλιοβουλγάρα” του είπε: «ντεν πειράζει, μικρούλι, γκαμίσει άλλη φορά, μη φοβάται ντεν είναι πούστη», χαϊδευτικά.

Αυτό δεν το ξεπέρασε ποτέ γιατί θυμήθηκε πως κάποτε του σηκώθηκε βλέποντας στα αποδυτήρια τον γιο του καφετζή, το σέντερμπάκ του “Αίαντα”, της ομάδας του χωριού, που είχε μεγάλη την ψωλή, γυμνό. «Αδύνατον να είμαι αδερφή», σκεφτότανε συνέχεια και επίμονα, “αδύνατον εγώ είμαι άντρας, δεν είμαι πούστης εγω !!!” και όταν ήρθε η ώρα να πάει στρατό, πήγε στα Ο.Υ.Κ., να αποδείξει τον ανδρισμό του, στον εαυτό του και σε κάθε «ξεκωλιάρα».
Εκεί ένιωσε για πρώτη φορά ικανοποιημένος. Την τελευταία εβδομάδα εκπαίδευσης όταν έσπασε τα μούτρα ενός φαντάρου σε ένα φτιαχτό τσαμπουκά, σ’ ένα «κωλάδικο» κοντά στα σύνορα, ένιωσε επιτέλους “άνδρας”. Τον φουκαρά τον φαντάρο τον κράταγαν βέβαια τρεις «παλληκαράδες», της σειράς του και ήταν και «μαστουρωμένος», αλλά ο γιός του νοικοκυραίου πολύ το χάρηκε που τον χτύπαγε με όλη του τη δύναμη, καθώς σκεφτόταν μέσα του: “δεν είμαι πούστης, δεν είμαι πούστης, δεν είμαι πούστηηηηηηηηηηηηηηηηηηης !!!, είμαι άντρας ρεεεεεε”.

Όταν γύρισε στο χωριό με ένα τατουάζ “Μολόν Λαβαί” στον δεξί ώμο του και μια σπαρτιάτικη περικεφαλαία στο στήθος, ο πατέρας του, του πήρε μια μεταχειρισμένη «μπε-ε-βε, τζι-τι-εξ, σούπερ-τούρμπο, μι-τρία» με τις τελευταίες οικονομίες της οικογένειας. Πέρναγε τον καιρό του βλέποντας Λιακόπουλο και Άδωνις και διαβάζοντας επιτέλους βιβλία που μπορούσε να καταλάβει. Ναι, επιτέλους η αλήθεια που αυτός μόνο καταλάβαινε και που του έκρυβαν τόσα χρόνια οι “κουλτουριαρέοι” μασόνοι που τον εξευτέλιζαν με τα ακαταλαβίστσικα επιστημονικά επιχειρήματα κάθε φορά που προσπαθούσε να συμμετάσχει σε κάποια σοβαρή κουβέντα. Ήταν απόγονος των ΕΛ, ήταν κάτι σπουδαίο, δεν ήταν σαν τους «άλλους», τους «κρυφο-Εβραίους» και τις «αδερφές». Ήταν άριος, ήταν ξεχωριστός, δεν ήταν βλάκας, ήταν Έλληνας ανώτερος απ όλους και τον πολεμούσαν όλοι, δεν ήταν ηλίθιος και αμόρφωτος αυτός, οι άλλοι ήταν παραπλανημένοι, οι “εξυπνάκιδες”, αυτός γνώριζε την πραγματική αλήθεια. Ήταν ξεχωριστός, μέλος της εκλεκτής φυλής του θεού, ήταν Έλληνας, όχι απλά άνθρωπος ! Γυάλιζε το κυνηγετικό του όπλο κάθε μέρα και εξόντωνε κάθε σπουργίτι που είχε μείνει στο καμμένο δάσος, φαντασιωνόμενος πως εξοντώνει ορδές από “αράπηδες”, Πακιστανούς, Αλβανούς και άλλους αλλόθρησκους εχθρούς της πατρίδας, που τους έβαλαν οι «Αμερικάνοι» να καταργήσουν τη «θρησκεία και τα πιστεύω μας». Δούλευαν στα χωράφια του βέβαια, αλλά “αυτοί είναι πίθηκοι, είναι όπως τα ζώα, είναι φτιαγμένοι απ το θεό για να μας υπηρετούν”, σκεφτόταν κάθε φορά που στο τέλος της σεζόν κάρφωνε τους λαθρομετανάστες εργάτες στην αστυνομία για να απελαθούν και να μην τους πληρώσει. Άκουγε διαπασών κλαρίνα στην «αμαξάρα» του, γυρίζοντας τύφλα απ’ τα πανηγύρια και πάταγε αδέσποτους σκύλους και γάτες, «για πλάκα». Περιέργως ήταν πάντα “καψούρης” με κάποια φανταστική κοπέλα που υπήρχε μόνο στο μυαλό του, ή που την είχε δει κάπου τυχαία και που εκείνη προφανώς αγνοούσε ακόμα και την ύπαρξή του, λάτρευε τα καψουτράγουδα και ήταν σε μόνιμη ερωτική απογοήτευση χωρίς αντικείμενο.
Ο κυρ-νοικοκυραίος ήταν αδερφός του χασάπη, που ήταν μέγας και τρανός κομματάρχης του «Κόμματος». Του κόμματος που το ψήφιζε επειδή το ψήφιζε ο πατέρας του πατέρα του και ο πατέρας του. “Όλα κι όλα έτσι τα βρήκαμε, έτσι τα συνεχίζουμε”. Χρόνια παρακαλούσε για μια θεσούλα για το γιό του στο δημόσιο, αλλά «το ΑΣΕΠ μας έχει δέσει τα χέρια», του απαντούσε ο χασάπης, ανάθεμα στα κουμούνια και τις “αξιοκρατίες τους, χαλάσανε τις παραδόσεις και τις οικογένειες”. Ο γιος βοηθούσε και αυτός το Κόμμα κάνοντας θελήματα στις εκλογές για τον τοπικό βουλευτή του «Κόμματος» και νονό του (γόνος οικογένειας τσιφλικάδων, είχε βαφτίσει τουλάχιστον 1000 παιδιά στο νομό), μοιράζοντας φυλλάδια και σηκώνοντας ελληνικές σημαίες στις ομιλίες του.

Ώσπου κάποια μέρα ο χασάπης τον κάλεσε στο μαγαζί και καθώς έκοβε μια σπάλα με τον μπαλντά, του είπε: «λοιπόν ανηψιέ, υπάρχουν δυό θεσούλες απ’ το ‘παράθυρο’ για σένα, μια στην πυροσβεστική και μια στην ομάδα ΔΙΑΣ, ξέρεις, τους ‘ράμπο’ της αστυνομίας, πές μου πού θες να σε βάλω και θα το τακτοποιήσω». Δεν έκανε δεύτερη σκέψη. Ήξερε πολύ καλά για την πυροσβεστική απ’ το γιό της περιπτερούς, πως είναι ηρωικό επάγγελμα και επικίνδυνο. Όλοι τον θαύμαζαν και τον εκτιμούσαν, τον πυροσβέστη, ήρωας, παλικάρι λέγανε όλοι, “μπράβο του έχει κότσια αυτό το παιδί, νάναι καλά”, “πέρυσι παραλίγο να καεί ζωντανός για βγάλει μια οικογένεια από ένα σπίτι που πήρε φωτιά”, “τέτοιοι αξίζουν σεβασμό”, “αυτοί είναι άντρες ρε, με ψυχή”. Είχε και ένα μακρινό ξάδερφο που ήτανε «μπάτσος» στο ηθών και είχε χοντροκονομήσει «δουλεύοντας την κοινωνία» και «ξύνοντας τα αρχίδια του». Κανείς δεν τον χώνευε, όλοι τομάρι και καθίκι τον έλεγαν, πίσω απ την πλάτη του, γιατί μπροστά του ή δεν μιλάγανε, ή μιλάγαν μόνο για ποδόσφαιρο. “Κοπρίτης, νταβατζής είναι, κατακάθι της κοινωνίας, μαγκιά κλανιά και κώλος φινιστρίνι”, αυτά ήταν τα καλύτερα που μπορούσες να ακούσεις για αυτόν. Δεν χρειάστηκε καμία δεύτερη σκέψη. Τι δεύτερη σκέψη να κάνει ;
“Στη ΔΙΑΣ, στη ΔΙΑΣ !!!” ρε μπάρμπα, αναφώνησε αμέσως, “σιγά μην πάω γίνω πυροσβέστης, αν ήθελα μια δουλειά να κουράζομαι θα έμενα αγρότης, καμία δουλεία δεν είν ντροπή μπάρμπα …”


Μind The Gap

Παραλληλόγραφος

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Εγκώμιο φιλάθλων

Η θρησκεία, το ποδόσφαιρο και ο πατριωτισμός είναι το τρίπτυχο που ενώνει τους ηλίθιους του τόπου μου. Οι συλλογικοί μύθοι έχουν έναν δεσποτισμό που σε κάνει να βουρκώνεις και να μη σκέφτεσαι. Ο εθνικισμός που χειραγωγεί τα πλήθη είναι το ρεζιλίκι της ανθρώπινης ύπαρξης που φτάνει στο ξεχαρβάλωμα και στον εφιάλτη. Τα ολοκαυτώματα όπου γης είναι τα αποτελέσματα του αδυσώπητου έρωτα για το έθνος, τη θρησκεία και τις σωβρακοφανέλες του πολεμιστή.

Πίσω απ’ την ανθρώπινη υποχονδρία τού να υπερασπίζεσαι ένα χονδροειδές ψέμα ή μιαν αυταπάτη και να προσδιορίζεσαι μέσα απ’ αυτή βρίσκεται η ποικιλώνυμη εξουσία και τα συμφέροντά της. Η εξουσία επινοεί και διαχειρίζεται τους συλλογικούς μύθους. Τους χρησιμοποιεί ως βαλβίδες ασφαλείας έτοιμες να εκτονώσουν τα καταπιεσμένα πάθη και τις ασύδοτες καύλες που όταν ξεφεύγουν αλλάζουν τις κοινωνίες και τη διαχείρισή τους.

Οι συλλογικοί μύθοι είναι το αντίδοτο στην καταπίεση του οχταώρου σκλαβιάς που θα παράξει τα προς το ζην στον εργάτη και στα παιδιά του-τους μελλοντικούς εργάτες-αλλά και υπεραξία στον άρχοντα. Η υπεραξία τροφοδοτεί τη σοφία και την κουλτούρα της άρχουσας τάξης η οποία φυσικά δεν έχει θεούς, δαίμονες και ιδρωμένα πειραματόζωα.
Η ελευθερία της στηρίζεται στο δεσποτισμό. Η σκλαβιά της κατώτερης τάξης στηρίζεται στο παράδοξο και τη μεταφυσική.
Η ανώτερη τάξη εκφύλισε την κατώτερη και την έκανε πουτάνα της. Την ντύνει γελοία με τις υποκρισίες της, την κολακεύει με τον καρναβαλικό της ευδαιμονισμό. Επίσκοποι, ισχυροί άντρες, μονάρχες, αξιωματούχοι, διανοούμενοι είναι επιφορτισμένοι να επιβάλουν την εργασία σ’ αυτούς που προηγουμένως έχουν περάσει το χρυσοποίκιλτο χαλκά. Σ’ αυτούς που έχουν αποβλακώσει με κάθε μέσο.
Σ’ αυτούς που μασκαρεύονται με τα χρώματα της πατρίδας και ουρλιάζουν σαν στείρες σκύλες πνίγοντας τη φύση τους μέσα στο βόθρο των συμβόλων, της φλυαρίας και των αναμνήσεων. Προλετάριους που διδάσκονται καθημερινά ότι το προλεταριάτο ψόφησε. Κακομοίρηδες που πίστεψαν στο μεγαλείο της δημοκρατίας και βαυκαλίζονται με αρχαιολατρίες και Περικλέτους.
Ταλαίπωροι που έφυγαν απ’ τη μιζέρια του χωριού και βρέθηκαν υπάλληλοι στο κωλοχανείο της πόλης.
Μαστουρωμένοι με τα ιδεώδη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, το ΝΑΤΟ, τη γυναικούλα, την ασφάλεια και την ιερότητα των συνόρων που κάθε ξυπόλητος μαυριδερός πούστης παραβιάζει.
Αγανακτισμένοι που διαμαρτύρονται για τη μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, ελπίζοντας πως ένα μεγάλο κίνημα ελεημοσύνης θα αναπληρώσει την κατάργηση των κοινωνικών κεκτημένων, τη μείωση των μισθών, τη σταδιακή εξαφάνιση της χρήσιμης εργασίας, τη διάλυση της εκπαίδευσης, των συγκοινωνιών, των υπηρεσιών υγείας, της ποιοτικής γεωργίας, της φυσικής κτηνοτροφίας. Ελπίζοντας πως το κακό θα περάσει ξυστά όταν αυτοί θα μαλακίζονται με σημαίες, μεγαλόσταυρους και λοιπά εθνικά άκρως ηρωικά μουνόπανα και τριχωτές θειάδες άλλων χωρών που έχουν στο ώμο περασμένες τσάντες από ανθρώπινο πετσί.


Πηγή 

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Σάκο και Βαντσέτι - Η κρατική δολοφονία Αναρχικών μεταναστών

Στις 15 Απρλίου του 1920, δύο ταμίες του εργοστασίου υποδημάτων ΣΛΕΪΤΕΡ & ΜΟΡΙΛ, ο Φρέντερικ Πάρμεντερ και ο Αλεξάντερ Μπεραρντέλι, περπατούσαν στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης των Ηνωμένων Πολιτειών, στον κεντρικό δρόμο του Σάουθ Μπρέιντρι. Μαζί τους κουβαλούσαν δύο μικρά χρηματοκιβώτια με 15.000 δολάρια. Λίγο πριν φτάσουν στην πόρτα του εργοστασίου - περί τις 3 μ.μ. - δέχτηκαν επίθεση από ένοπλους ληστές, που άρχισαν να τους πυροβολούν. Οι ληστές αφού εκτέλεσαν τα θύματά τους πήραν τα χρηματοκιβώτια και το έσκασαν με αυτοκίνητο που τους περίμενε γι' αυτή τη δουλειά μαζί με άλλα μέλη της συμμορίας. Παρά το γεγονός ότι η ληστεία ήταν αιματηρή, δεν ήταν καθόλου ένα ασυνήθιστο γεγονός εκείνη την εποχή τόσο στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης όσο και γενικότερα στις ΗΠΑ.
Οι αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν τους ληστές ως ξένους, πιθανότατα Ιταλούς. Για το αυτοκίνητο που χρησιμοποιήθηκε στη ληστεία είπαν πως ήταν τύπου «Οβερλαντ».

 «Δολοφόνοι» με τα «πειστήρια» της καταγωγής και της ριζοσπαστικής ιδεολογίας τους για το δικαστικό σύστημα στις Ηνωμένες Πολιτείες της δεκαετίας του 1920, μάρτυρες και σύμβολα για τους χιλιάδες πολίτες και διανοούμενους ανά τον κόσμο που δεν κατάφεραν παρά το τεράστιο κύμα αλληλεγγύης να τους γλιτώσουν από την ηλεκτρική καρέκλα. Όμως, για τον Νικόλα Σάκο και τον Μπαρτολομέο Βαντσέτι, τους Ιταλούς μετανάστες στη γη της επαγγελίας, «η τελευταία στιγμή τους ανήκε, αυτή η θανάσιμη αγωνία ήταν ο θρίαμβός τους».

Η εκτέλεση των αναρχικών μεταναστών 7 χρόνια αργότερα στη Μασαχουσέτη με τις κατηγορίες του φόνου και της κλοπής, παρά την απουσία ισχυρών αποδείξεων και χωρίς να ληφθούν υπόψη μαρτυρίες που τους αθώωναν, δεν έκλεισε την ιστορία τους στο ντουλάπι της αμερικανικής ιστορίας στις ημέρες του αντικομμουνισμού και του φόβου των μεταναστών.
Η ιστορία του Νικ και του Μπαρτ, όπως τους φώναζαν οι φίλοι στην Αμερική, «γιγαντώθηκε», αφύπνισε συνειδήσεις και στοίχειωσε σαν φάντασμα επί δεκαετίες της Ηνωμένες Πολιτείες -έως ότου το 1977, 50 χρόνια μετά, ο τότε κυβερνήτης της Μασαχουσέτης Μάικλ Δουκάκης υπέγραψε τη διακήρυξη με την οποία αποκατέστησε μετά θάνατον τους Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι.

«Ποτέ σε όλη μας την ύπαρξη δεν θα μπορούσαμε να ελπίσουμε να κάνουμε τόσα πολλά για την ανεκτικότητα, τη δικαιοσύνη, την αλληλοκατανόηση μεταξύ των ανθρώπων, όπως κάνουμε τώρα, κατά λάθος. Τα λόγια μας, η ζωή μας, ο πόνος μας δεν είναι τίποτα. Η αφαίρεση της ζωής μας, της ζωής ενός τσαγκάρη και ενός φτωχού ψαρά, είναι τα πάντα. Η τελευταία στιγμή μας ανήκει. Αυτή η αγωνία είναι ο θρίαμβός μας»… Είναι τα λόγια του Βαντσέτι μετά την ετυμηγορία που έχουν γραφεί αμέτρητες φορές.

Οι Σάκο και Βαντσέτι συνελήφθησαν έχοντας στα ρούχα τους αναρχικά φυλλάδια και δύο όπλα. Στη συνέχεια βρέθηκαν να κατηγορούνται για την αιματηρή ληστεία.

Μετά από τρεις ακροάσεις, καταδικάστηκαν στην εσχάτη των ποινών το 1921 παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε κανένα ακράδαντο αποδεικτικό στοιχείο εις βάρος τους, τα άλλοθί που δήλωσαν και η απουσία ποινικού μητρώου είχαν αγνοηθεί, ούτε και ελήφθη ποτέ υπόψη η μεταγενέστερη ομολογία κρατούμενου Πορτορικανού, ο οποίος παραδέχθηκε πως είχε λάβει μέρος στην ένοπλη ληστεία και δεν είδε ποτέ τους Σάκο και Βαντσέτι.

Παρά το κύμα συμπαράστασης ανά τον κόσμο, τις διαδηλώσεις χιλιάδων εργατών, την κινητοποίηση του Τύπου, τη σύσταση επιτροπών για την απελευθέρωσή τους, τις δηλώσεις αλληλεγγύης από κορυφαίους διανοούμενους και συγγραφείς της εποχής, όλες οι αιτήσεις για την επανεκδίκαση της υπόθεσης απορρίφθηκαν και οι Ιταλοί μετανάστες κάθισαν στην ηλεκτρική καρέκλα στο Τσαρλστάουν τις 23 Αυγούστου του 1927 –πρώτα ο Σάκο στις 0.19 τα ξημερώματα, και εννέα λεπτά αργότερα, στις 0.26 ο Βαντσέτι. Μέχρι την τελευταία στιγμή διακήρυτταν την αθωότητά τους.

Ο Φερνινάντο Νικόλα Σάκο από το Τορεματζόρε της επαρχίας Φότζα, έφθασε στις Ηνωμένες Πολιτείες λίγο πριν συμπληρώσει τα 18 του χρόνια, το 1909. Ο Βαντσέτι, γιος αγρότη από το Βιλαφαλέτο της επαρχίας Κούνεο, είχε κάνει το μεγάλο ταξίδι σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής στην Αμερική ένα χρόνο νωρίτερα, το 1908, σε ηλικία 20 ετών. Οι δρόμοι τους και η ιδεολογία τους «συναντήθηκαν» εννέα χρόνια αργότερα στους κόλπους ιταλο-αμερικανικής αναρχικής οργάνωσης, και πρωτοστάτησαν στις απεργίες στις τάξεις του εργατικού κινήματος.

 Η οργάνωση διέφυγε το 1917 στο Μεξικό για να μην στρατολογηθεί για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στον οποίο αντιτασσόταν. Εκεί χτίστηκε η φιλία του Μπαρτ και του Νικ, και έμειναν αχώριστοι μέχρι τέλους. Όταν επέστρεψαν στη Μασαχουσέτη δεν γνώριζαν ότι βρίσκονται στη λίστα των ανατρεπτικών στοιχείων που είχε καταρτίσει το υπουργείο Δικαιοσύνης, ούτε ότι τους παρακολουθούν μυστικοί πράκτορες.

Στις ριζοσπαστικές πολιτικές τους πεποιθήσεις και στην άρνησή τους να υπηρετήσουν στον πόλεμο «επένδυσε» η εισαγγελία στη δίκη, και σε συνδυασμό με την προκατάληψη για τους μετανάστες ήλθε η θανατική καταδίκη, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι νέες εξελίξεις στην υπόθεση και να δοθεί το δικαίωμα σε νέα δίκη. Αντιαμερικανικές διαδηλώσεις έλαβαν χώρα σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, οι μεγαλύτερες στην Ιταλία και τη Γαλλία, και σε μία από αυτές στο Παρίσι εξερράγη βόμβα παρασύροντας στο θάνατο 20 ανθρώπους.

«Δεν θα ευχόμουν σε ένα σκυλί ή σε ένα φίδι, στο πιο χαμερπές και δύστυχο πλάσμα στη γη, δεν θα ευχόμουν σε κανένα από αυτά όσα έχω υποφέρει για πράγματα για τα οποία δεν είμαι ένοχος. Όμως, πεποίθησή μου είναι πως έχω υποφέρει για πράγματα για τα οποία είμαι ένοχος. Υποφέρω γιατί είμαι ριζοσπάστης, και πράγματι είμαι ριζοσπάστης. Υποφέρω γιατί είμαι Ιταλός, και πράγματι είμαι Ιταλός. Όμως, είμαι σίγουρος πως έχω το δίκιο με το μέρος μου, ώστε αν μπορούσατε να με εκτελέσετε δύο φορές, και αν μπορούσα να ξαναγεννηθώ άλλες δύο, θα ζούσα την ίδια ζωή και θα έκανα όσα έχω ήδη κάνει».

Είναι τα λόγια του Βαντσέτι όταν απευθύνεται για τελευταία φορά στον δικαστή Ουέμπστερ Θάγιερ…

* Η ιστορία των Σάκο και Βαντσέτι έχει μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη με την ιταλο-γαλλική παραγωγή του Τζουλιάνο Μοντάλντο το 1971, με τη μουσική του Ένιο Μορικόνε και την Τζοάν Μπαέζ στο διάσημο Here’s to You (με τα λόγια του Βαντσέτι) και τη Ballata per Sacco e Vanzetti, που θύμισαν μία υπόθεση που για πολλούς είχε ξεχαστεί.









Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Σκατά στους τάφους σας, ευεργέτες!


Θυμάμαι στα παλαιά λεωφορεία διάφορα αναρτημένα ταμπελάκια με εξυπνάδες. Πιασμένα συνήθως πάνω απ’ τα κεφάλια των επιβατών με δυο αλυσιδίτσες. Μια τρελή γκάμα από καλογερίστικα τσιτάτα και θεϊκές προτροπές μέχρι εκλεπτυσμένο μισανθρωπισμό. Μια απ’ αυτές τις σπουδαίες σοφίες που κυκλοφορούσε ήταν το: ουδείς πιο αχάριστος εκ του ευεργετηθέντος. Ένα γελοίο φασιστικό γνωμικό που διαιωνίζουν συνήθως βλάκες οικογενειάρχες υποτελείς. Βεβαίως από τη μια διότι δέχονται τα καλούδια του καθάρματος που λέγεται ευεργέτης κι από την άλλη γιατί υπερτονίζουν την κατωτερότητα και το ποταπό ηθικό ανάστημα του ευεργετηθέντος. Δηλαδή του ζώου που δέχτηκε την ευεργεσία. Σήμερα, που ο καπιταλισμός κάνει το μεγάλο ξεπάτωμα, οι προς αξιολόγηση φωτισμένοι δάσκαλοι των παιδιών τοποθετούν με άκρα προσοχή τα πρόβατα στο αρμεκτήριο. Με αφορμή την ημέρα μνήμης και τιμής των εθνικών ευεργετών δόθηκε στους μαθητές το παρακάτω κείμενο:

Κάθε χρόνο στις 30 Σεπτεμβρίου εορτάζεται η «Ημέρα μνήμης και τιμής των Εθνικών Ευεργετών». Στις 14 Σεπτεμβρίου 2014 συμπληρώνονται 200 χρόνια από την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας (1814-2014), που συνέβαλε με καθοριστικό τρόπο στην εθνική παλιγγενεσία. Η Εταιρεία Ελλήνων Ευεργετών διοργανώνει διαγωνισμό έκθεσης για τους μαθητές των σχολικών μονάδων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, οι μαθητές της Α΄ και Β΄ Λυκείου, σε μέρα που θα οριστεί από το Σύλλογο διδασκόντων και για δύο διδακτικές ώρες, θα γράψουν έκθεση με θέμα: «Οι Εθνικοί Ευεργέτες του 19ου αιώνα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην συγκρότηση και ανάπτυξη του σύγχρονου Ελληνικού κράτους. Οι έννοιες της φιλανθρωπίας, της φιλοπατρίας, της ανιδιοτελούς προσφοράς, της δωρεάς, της αλληλεγγύης και του φιλότιμου αναδείχθηκαν στον μέγιστο βαθμό με ιδεατό πρότυπο τη Φιλική Εταιρεία και Φιλόμουσο Εταιρεία. Με ποιούς τρόπους θα μπορούσε η ευεργεσία να συμβάλει στον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων πολίτη- κράτους και ως εκ τούτου στην ανάταξη της ελληνικής κοινωνίας με βάση τις πανανθρώπινες ελληνικές αξίες;» (400-500 λέξεις περίπου). Η βράβευση όλων των μαθητών, Δημοτικών Σχολείων, Γυμνασίων και Λυκείων, των οποίων τα έργα θα επιλεγούν από κάθε Περιφερειακή Διεύθυνση, θα γίνει σε εορταστική εκδήλωση στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.
Και φυσικά εδώ θα πρέπει ο κάθε μαθητής να κάνει το απαραίτητο γλείψιμο για να βραβευτεί. Θα πρέπει με τη συμβολή των δασκάλων του να σκύψει και να δώσει κώλο στους ευεργέτες του. Σ’ αυτούς δηλαδή που απολύουν τον πατέρα του απ’ τη δουλειά. Σ’ αυτούς που παίζουν στο χρηματιστήριο το μέλλον του. Σ’ αυτούς που κερδοσκοπούν απ’ τη φτωχοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων υπάρξεων. Σ’ αυτούς που κλέβουν τόσα χρόνια τον παραγόμενο πλούτο. Σ’ αυτούς που έχουν στα σπίτια τους χρυσές χέστρες και κάνουν διακοπές στην καραϊβική. Σ’ αυτούς που εκμαυλίζουν συνειδήσεις και οργιάζουν σπέρνοντας ιδεολογήματα και αυταπάτες, περί ισονομίας και δικαίου. Περί ελευθερίας του λόγου και περί ελευθέρας επιλογής. Σ’ αυτούς που ξεσπαθώνουν εναντίον του ολοκληρωτισμού αλλά έχουν εγκαταστήσει με τον πιο πούστικο τρόπο έναν νέο ολοκληρωτισμό. Έναν ολοκληρωτισμό ερμαφρόδιτο και τρέντι.

Οι κυβερνήσεις με τα ρόπαλα και τα εκτελεστικά αποσπάσματα, με τους τεχνικούς λοιμούς, τις μαζικές φυλακίσεις και εκτοπίσεις δεν είναι μόνο απάνθρωπες αλλά και αναποτελεσματικές. Και στον αιώνα της βαριάς τεχνολογίας η αναποτελεσματικότητα είναι ιεροσυλία. Ένα πραγματικά ολοκληρωτικό κράτος είναι αυτό που τα παντοδύναμα αφεντικά διευθύνουν με τα στελέχη τους ένα πληθυσμό σκλάβων, οι οποίοι δεν χρειάζεται να καταστέλλονται γιατί αγαπούν την υποτέλεια. Στα σημερινά καθεστώτα η πειθώ των μαζών για τα καλά της υποτέλειας περνάει κυρίως απ’ τους εκδότες των εφημερίδων, τις τηλεοράσεις και τους καθηγητές. Τους καθηγητές που χωράνε στη βρακοζώνα τους διαταγές ανωτέρων λες και είναι δεκανείς και λοχίες. Τους καθηγητές που βάζουν τους μαθητές τους να γράψουν ηλίθιες εκθέσεις υποτέλειας γιατί το ζήτησε η εταιρία ελλήνων ευεργετών ή η ένωση ελλήνων κωλομπαράδων. Τους καθηγητές που τρέχουν να αγοράσουν δεξιότητες, καινοτομίες και διδακτορικά της πούτσας για να γλιτώσουν την απόλυση και τη μισθολογική σφαλιάρα. Καθηγητές που οδηγούν μια ολόκληρη γενιά στα σκατά και την ανεργία. Καθηγητές έτοιμους και πρόθυμους να καταδώσουν μαθητές τους στην ασφάλεια. Καθηγητές που φοράνε κουκούλα. Κι ότι ελάχιστο γλιτώσει απ’ αυτούς θα το αναλάβει η αστυνομία στους δρόμους.
Ο νέος που θα γράψει στην έκθεσή του: Σκατά στους τάφους σας, ευεργέτες!, δεν πρόκειται να μπει στο πανεπιστήμιο. Όπως ο Ασημάκης Πανσέληνος δεν μπήκε σε καμιά ανθολογία ποίησης όταν έγραφε για τους εθνικούς ευεργέτες. Οι ποιητές που είπαν την αλήθεια διώκονται και μετά θάνατον.

ΕΘΝΙΚΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΑΙ

Του Έθνους μας «αείμνηστοι ευεργέται»
ο Γεώργιος Αβέρωφ κι ο Συγγρός,
(όρα και λεξικό Ελευθερουδάκη
να ιδείς κι οι δυο πώς πήρανε τα εμπρός.)
Πνεύματα ζωτικά κι εξυψωμένα
και προ παντός στο χρήμα φειδωλοί,
πλουτίσαν για της φτώχειας το χατήρι
κι ωφέλησαν τον τόπο μας πολύ.
Γι αυτό, σαν που απαιτεί δα κι η επιστήμη,
χτίσαν στεριές κι ευάερες φυλακές
-το πνεύμα και το χρήμα είναι υπερούσιες
δυνάμεις υψηλές κι ευγενικές.
Τώρα πια κι ο δικαστής με δίχως τύψη,
κοιτάει του Ιησού την όψη την αιώνια,
το γράμμα και το πνεύμα του ιδιώνυμου
και σε σφαλνά εκεί μέσα λίγα χρόνια.
Τώρα οι πατέρες βγάζουν, για παράδειγμα,
τα τέκνα τους σεργιάνι κατά κει
κι εύχουνται να γενούν χρηστοί πολίτες
να χτίσουνε κι αυτά μια φυλακή.

(Από τη συλλογή Μέρες οργής, 1945)



Αντώνης Αντωνάκος 

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Η εποχή των αξιοσέβαστων σκιάχτρων



Υπάρχει ένας μύθος, που λέει για έναν άντρα, που περνούσε κάποτε από ένα χωράφι κι είδε εκεί ένα σκιάχτρο στην άκρη του φράχτη, αποβλακωμένο και φθονερό, να τρομάζει τα πουλιά και τους περαστικούς. Σαν τον εσταυρωμένο, με κεφάλι που έμοιαζε με κολοκύθα και στομάχι πρησμένο απ’ τα άχυρα. Ο άντρας τού έπιασε κουβέντα, λέγοντάς του πόσο βλακώδες και βαρετό είναι να κάθεται εκεί ολομόναχο, χωρίς να κάνει τίποτε. Το σκιάχτρο του απάντησε, πως, τού είναι μεγάλη χαρά να τρομάζει τους επικίνδυνους, αυτούς που επιβουλεύονται τη σοδειά και τα πλούτη του αφεντικού και πως δεν κουράζεται ποτέ να στέκεται έτσι τρομερά μοναχικό, μοχθηρό και άθλιο.
Ο άντρας τού είπε τότε πως κι αυτός προσπαθεί να κάνει το ίδιο αλλά χωρίς αποτελέσματα. Τότε το σκιάχτρο του λέει, πως, μόνο όσοι έχουν μέσα τους σκέτο άχυρο μπορούν να τρομάξουν κάτι. Κι ο άντρας κατάλαβε τότε την αλήθεια στα λεγόμενα του σκιάχτρου. Πως, όποιος έχει στο σώμα του σάρκα και αίμα φοβάται, σκέφτεται, πονά, αντιδρά. Αυτός όμως που δεν έχει τίποτε μέσα του παρά μόνο άχυρα, εκφοβίζει όλα όσα τον προσεγγίζουν. Είναι μονίμως σκιάχτρο και τίποτε άλλο. Ένα σκιάχτρο που δίνει το μήνυμα. Κανείς μην πλησιάσει τον πλούτο και κανείς μην τολμήσει να πατήσει το φράχτη. Είναι φτιαγμένος και παραγεμισμένος με υλικά που σπέρνουν φόβο. Φόβο για να μην απλώσεις το χέρι σου όταν πεινάς και φόβο για να μην διεκδικείς αυτό που σου ανήκει κι αυτό που σου κλέβουν. Σήμερα λοιπόν αυτά τα σκιάχτρα κάνουν τη δουλειά. Σήμερα είναι η εποχή των σκιάχτρων.

Η εποχή των αξιοσέβαστων σκιάχτρων. Των νεοφιλελεύθερων σκιάχτρων. Των σκιάχτρων με τα διδακτορικά και τις δεξιότητες. Των αδίστακτων σκιάχτρων που έχουν όλα την ίδια μούρη. Τη μούρη του Άδωνι Γεωργιάδη και του Θεόδωρου Πάγκαλου. Τη μούρη του Πατακού και του Μάλιου. Πετσιά μνησικακίας και αμοραλισμού. Σκιάχτρα σήμερα είναι οι πρόθυμοι ηλίθιοι, που ζητούν απ’ τα θεσμοθετημένα σκιάχτρα να τους αξιολογήσουν, για να πιστοποιήσουν εάν είναι επαρκή σκιάχτρα, ώστε να φοβίζουν επαρκώς τους έγκλειστους νεολαίους στα καταγώγια της κυρίαρχης ιδεολογίας. Σκιάχτρα είναι οι διανοούμενοι που μαγαρίζουν τη συνείδηση του λαού, με αντάλλαγμα ένα ξεροκόμματο δημοσιότητας.
Σκιάχτρα είναι οι δημοσιογράφοι, που μπορούν να πουλήσουν και τη μάνα τους για τα κέρδη και τα συμφέροντα του προστάτη τους. Σκιάχτρα είναι οι δάσκαλοι και οι γονείς που δέχονται το ίδρυμα Νιάρχου στα σχολεία, για να μοιράσει υγιεινά σάντουιτς στα παιδιά τους και ψηφιακή αμεριμνησία. Σκιάχτρα είναι οι συστημικοί συνδικαλιστές που ως γιουσουφάκια της εξουσίας σπέρνουν αυταπάτες και μοιρολατρία. Σκιάχτρα είναι οι βαρβάτοι αξιολογητές, που για τα τριάντα αργύρια του ΕΣΠΑ έρχονται να ξεπατώσουν ανθρώπους. Σκιάχτρα είναι οι καλλιτέχνες της κακής αισθητικής και της αποβλάκωσης. Σκιάχτρα είναι οι σκυλάδες διασκεδαστές που κάνουν λοβοτομή στο λαό, χτίζοντας αισθητικά τηλεοπτικά κρεματόρια και χαζοχαρούμενο όχλο. Σκιάχτρα είναι οι τράπεζες που σε δένουν πισθάγκωνα.
Σκιάχτρα είναι οι χωροφύλακες που σε θεωρούν επικίνδυνο. Σκιάχτρα είναι οι καθηγητές σου που σε θεωρούν ταραξία. Σκιάχτρα είναι οι πρόεδροι των κρατών. Ο σύνδεσμος βιομηχάνων. Η πουλημένη ΓΕΣΕΕ. Η ανεργία. Η απόλυση. Σκιάχτρο είναι ο πληρωμένος έρωτας και η γνώση που κοστίζει ακριβά. Σκιάχτρο είναι ο χρυσαυγίτης της διπλανής πόρτας. Σκιάχτρο είναι ο δήμαρχος που ευλογεί τις παράνομες αμμοληψίες στον Αχελώο, που μπαζώνει ρέματα, που πετάει τα σκουπίδια στους αγρούς και στις θάλασσες. Σκιάχτρο είναι ο μισαλλόδοξος λόγος του παπά και του φασίστα. Οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι. Η εξαθλίωση που χωνεύεται και συνηθίζεται. Σκιάχτρα είμαστε όσοι λέμε ψέματα στα παιδιά μας. Όσοι γινόμαστε υποταχτικοί. Όσοι επαναστατούμε εντός της οικίας μας κι εντός του γιοταχί μας πηγαίνοντας στη δουλειά. Όσοι είμαστε σκόρπιοι και ασυνάρτητοι. Όσοι κοιτάμε τη δουλίτσα μας. Όσοι περιμένουμε τους άλλους να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα. Όλα τα πλούσια χωράφια έχουν σκιάχτρα και φράχτες. Κι όταν δεν μπορούν τα σκιάχτρα κι οι φράχτες να κάνουν σωστά τη δουλειά έρχονται τα ΜΑΤ, ο στρατός, το ΝΑΤΟ.



Αδέσποτος Σκύλος