Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Είναι πουτάνας γιος,αλλά είναι δικός μας

pinochet+Friedman

ΟΙ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΧΟΥΝΤΕΣ

Ένας διαδεδομένος πολιτικός μύθος είναι αυτός που συνδέει  άρρηκτα τον  νεοφιλελευθερισμό  με την αστική δημοκρατία. Ο μύθος αυτός θέλει το άνοιγμα των αγορών να συνεπάγεται ταυτόχρονα και το πολιτικό άνοιγμα του εκάστοτε καθεστώτος. Μια μανιέρα που καθιερώθηκε μετά την πτώση του ανατολικού μπλοκ και την μεγάλη έφοδο του κεφαλαίου αγκαζέ  με τους κοινοβουλευτικούς  θεσμούς. Ένα βασικό προπαγανδιστικό εργαλείο των ταλιμπάν της παγκοσμιοποίησης που επιχείρησαν και εν μέρει κατάφερα να πείσουν ολόκληρους πληθυσμούς ότι αγαθά όπως η ελευθερία του λόγου όχι μόνο εξαρτώνται από τον κοινοβουλευτισμό αλλά και  από την κανιβαλική ελευθερία των αγορών. Το θέμα δεν είναι να επιχειρηματολογήσουμε για το προφανές: Από την Λατινική Αμερική έως την Κίνα ή την Αφρική, με εξαίρεση κάποιες «αντιιμπεριαλιστικές» χούντες (κι αυτές για όσο διάστημα τις τάιζε η ΕΣΣΔ) ο απολυταρχισμός είναι ταυτισμένος με την οικονομία της αγοράς, με το ξεπούλημα ανθρώπων και πόρων σε ντόπια η διεθνή όρνια της οικονομίας.>>


>>Το αξιοπρόσεχτο σε αυτή την προπαγάνδα είναι ο τρόπος που διάφοροι εμβληματικοί της φορείς την κονιορτοποιούν μόλις το προσωπικό τους συμφέρον το απαιτήσει. Ο μεγάλος θεωρητικός του νεοφιλελευθερισμού Μίλτος Φρίντμαν (παρέα με την υπόλοιπη σχολή του Σικάγου) δούλεψε για χρόνια για την κυβέρνηση του δικτάτορα Πινοσέτ. Τη ώρα που οι αντικαθεστωτικοί χτίζονταν στο τσιμέντο  ο Φρίντμαν εφάρμοζε εν λευκώ τις θεωρίες του στις πλάτες των άμοιρων Χιλιάνων φτάνοντας να πουλήσει ακόμα και μικρά ποτάμια σε ιδιώτες…  Όταν μετέπειτα ο Φρίντμαν δέχτηκε κριτική γιαυτή του τη συνεργασία ισχυρίστηκε ότι «η ελεύθερη οικονομία αποτελούσε το ισχυρότερο από τα εργαλεία για υπόσκαψη της χούντας και πως από την πρώτη στιγμή αυτό ήταν το μήνυμά του προς τους Χιλιανούς»…

Ας μην πάμε όμως μακρυά. Έχουμε και στην Ελλάδα τέτοιους θεωρητικούς. Αφήνοντας στην άκρη την εξωτική συσκευασία περί «νομιμοποίησης της φούντας» και «γάμου των ομοφυλοφίλων» του λιλιπούτιου κόμματος του Στέφανου Μάνου, θα βρούμε τον Παπαχελά και τους ομοίους του να απαιτούν την μπότα της αστυνομίας και των δικαστών σε κάθε σχεδόν αγώνα που δεν δίνει η ΓΣΕΕ, έχουμε τους ψίθυρους για «κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης»… Αλλά το καλύτερο παράδειγμα είναι ό άλλος νεοφιλελεύθερος αστέρας ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος. Μέγας θαυμαστής του Φρίντμαν ακολουθεί πιστά τα βήματά του. Έχοντας χωθεί σε μια σειρά «συμβουλευτικές» μπίζνες στη Ρωσία και τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες (μέσα από διάφορα γεωστρατηγικά – λέγε με πετρέλαιο) ινστιτούτα βρέθηκε να είναι διεθνής παρατηρητής στις τελευταίες εκλογές του Καζαχστάν.>>

   
"Είναι πουτάνας γιος,αλλά είναι δικός μας"
Ο πρόεδρος Τρούμαν για τον δικτάτορα της Νικαράγουα Σομόζα

>>Και μετά είπε τη γνώμη του:

«Press Conference έδωσε στην Αστάνα του Καζακστάν, μετά το τέλος της ψηφοφορίας για τις προεδρικές εκλογές στην χώρα αυτή, ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος. Σαν διεθνής παρατηρητής, σημείωσε πως η διαδικασία υπήρχε άψογη και η μοναδική αδυναμία ήταν η έλλειψη debate στην τηλεόραση ανάμεσα στους βασικούς υποψήφιους.

Οι εκπρόσωποι κομμάτων της αντιπολίτευσης με τους οποίους συναντήθηκε, σημείωσε ο κ. Ανδριανόπουλος, δεν παρατήρησαν παραβιάσεις της διαδικασίας ούτε και κάτι άλλο μεμπτό.

Ο κ. Ανδριανόπουλος επισήμανε πως είναι η σταθερότητα της χώρας που εντυπωσιάζει σε μια εποχή αναστατώσεων στην Μ. Ανατολή και σε πολλές χώρες της Κ Ασίας.»

Στις εκλογές λοιπόν αυτές ο νυν πρόεδρος Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγεφ έλαβε γνήσιο Σοβιετικό ποσοστό 95,5% ενώ οι αντίπαλοί του 3%. Ένας δε από τους αντιπάλους του δήλωσε ότι  και αυτός ψήφισε τον πρόεδρο. Η κανονική αντιπολίτευση κάλεσε σε αποχή αλλά μάλλον ατύχησε αφού η συμμετοχή έφτασε  89%. Έχει όμως και άλλα: ο πρόεδρος πήρε την εξουσία το 1989 ως γραμματέας του ΚΚ Καζαχστάν Μέχρι πριν τις εκλογές το κόμμα του είχε όλες τις έδρες στη βουλή. Βουλή η οποία τον αναγόρευσε «Αρχηγό του Έθνους» και του χορήγησε ισόβια ποινική ασυλία. Τη χώρα διοικεί το σόι του, ενώ ο ίδιος δηλώνει ψάχνει ελιξίριο που θα του χαρίσει την αθανασία (και άρα την παντοτινή προεδρία…).

Το ζήτημα βέβαια, για μια κυβέρνηση που θεωρείται  από τις πλέον διεφθαρμένες παγκόσμια είναι τα τεράστια πετρελαϊκά κοιτάσματα και οι  ξένες αποικιοκρατικές επενδύσεις που φτάνουν τα 120 δις δολάρια. Και βέβαια η πλήρης απελευθέρωση της αγοράς, κάτι που προφανώς θέλγει διάφορους θεωρητικούς του φιλελευθερισμού…

Κρίμα όντως που δεν έγινε debate, όπως εύστοχα παρατήρησε και ο δημοκράτης κος Ανδριανόπουλος…

Ως συμπέρασμα πάντως μπορεί να βγεί ένα ερώτημα:

Από κάποιους που υποστηρίζουν φανατικά τη μετατροπή της οικονομικής καθημερινότητας σε κανονική ζούγκλα πως είναι δυνατόν να περιμένουμε να εφαρμόσουν διαφορετικές αντιλήψεις και στην πολιτική ζωή της κοινωνίας;

Το κείμενο είναι από provo

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

Δεν Ψηφίζω – Raoul Vaneigem

Όταν τοπικές κοινότητες δρώντας συνολικά –στο πρότυπο των διεθνών ομοσπονδιών– αποφασίσουν την αυτοδιαχείρισή τους και εξετάσουν:

–Με ποιο τρόπο θα προωθηθεί η δημιουργία μορφών δωρεάν ενέργειας προς χρήση όλων.
–Πώς θα ιδρυθεί ένας επενδυτικός συνεταιρισμός που θα χρηματοδοτήσει την οικοδόμησή της.
–Πώς θα τεθεί σε λειτουργία η συλλογική διαχείριση ενός επενδυτικού ταμείου συγκροτημένου με τέτοια χρηματοδοτική συμμετοχή που να καθιστά δυνατή την άρνηση των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων να καταβάλλουν τους δασμούς και τους φόρους που επιβάλλει το Κράτος-μπάνγκστερ.
–Πώς θα γενικευθεί η κατάληψη των εργοστασίων και η διαχείρισή τους από τους εργαζόμενους σε αυτά.
–Πώς θα οργανωθεί μια τοπική παραγωγή που θα προορίζεται για κατανάλωση από τις τοπικές και τις ομόσπονδες κοινότητες, ώστε να γλιτώσουμε από τις κομπίνες της αγοράς και να εξασφαλίσουμε σιγά σιγά τη δωρεάν διάθεση των αγαθών επιβίωσης, που καταργεί το χρήμα. (Μην πείτε πως είναι ουτοπία! Αυτό ακριβώς έκαναν το 1936 οι ελευθεριακές κοινότητες της Καταλονίας και της Αραγoνίας, πριν να τις συντρίψουν οι κομμουνιστές.)
–Πώς θα διαδοθεί η ιδέα και η πρακτική αυτού του δωρεάν που είναι το μόνο απόλυτο όπλο απέναντι στο εμπορευματικό σύστημα.
–Πώς θα ευνοηθεί η εξάπλωση των λεγόμενων βιολογικών αγροκτημάτων και η διείσδυσή τους μέσα στις πόλεις.
–Πώς θα πολλαπλασιαστούν μικρές σχολικές μονάδες γειτονιάς, απ’ όπου να έχουν εξοριστεί οι έννοιες του συναγωνισμού, του ανταγωνισμού και της αλληλοσφαγής. Ουτοπικό; Όχι. Στο Μεξικό, στο Σαν Κριστομπάλ, το Πανεπιστήμιο της Γης προτείνει μια δωρεάν εκπαίδευση στους πιο διαφορετικούς τομείς (συν τους παραδοσιακούς: εργαστήρια τσαγκαράδων, μηχανικών, ηλεκτρονικών, σιδηρουργίας, φυσικής καλλιέργειας, μαγειρικής, μουσικής, ζωγραφικής κτλ). Η μόνη απαιτούμενη ιδιότητα είναι η επιθυμία για μάθηση. Δεν υπάρχουν διπλώματα, αλλά ζητιέται από αυτούς «που ξέρουν» να μεταδίδουν δωρεάν και παντού τις γνώσεις τους.
–Πώς θα προικιστούν οι τοπικές κοινότητες με υγειονομικούς σταθμούς, όπου θα μπορεί να εξασφαλίζεται η βασική περίθαλψη με τη βοήθεια αγροτικών και συνοικιακών γιατρών.
–Πώς θα οργανωθεί ένα δίκτυο δωρεάν μεταφορών, που να μη μολύνει.
–Πώς θα τεθεί σε λειτουργία μια ενεργή αλληλεγγύη με στόχο τα παιδιά, τους γέροντες, τους αρρώστους και τους αναπήρους, τα άτομα με νοητικές δυσκολίες.
–Πώς θα φτιαχτούν εργαστήρια καλλιτεχνικής δημιουργίας ανοιχτά σε όλους.
–Πώς θα μετατραπούν τα σουπερμάρκετ σε αποθήκες, όπου τα προϊόντα, τερπνά και ωφέλιμα, θα ανταλλάσσονται με πράγματα ή με υπηρεσίες, με στόχο να εξαφανιστεί το χρήμα και η εξουσία.

Τότε θα ψηφίσω. Με πάθος!!!

-Ραούλ Βάνεγκεμ-







Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

11 Νοεμβρίου 1887: Εκτελούνται οι «Μάρτυρες του Haymarket»


Μια από τις πιο σημαντικές ημερομηνίες για το αναρχικό και το εργατικό κίνημα θεωρείται η 11/11, αφού σαν σήμερα το 1887 έρχονται αντιμέτωποι με τη θανατική ποινή οι τέσσερις αναρχικοί που είχαν κατηγορηθεί άδικα για το θάνατο ενός αστυνομικού από βόμβα στα επεισόδια του Haymarket ενάμιση χρόνο νωρίτερα. Οι August Spies, Albert Parsons, Adolph Fischer, George Engel, που πρωτοστάτησαν στην ιστορική πρωτομαγιά του 1886 θα αναδειχθούν σε ήρωες του Αναρχισμού, με την Emma Goldman να έχει δηλώσει πως αποτέλεσαν «την πιο κρίσιμη επιρροή στην ύπαρξή της».
Στις 4 Μαϊου του 1886 τα εργατικά σωματεία του Σικάγο οργανώνουν συγκέντρωση στην πλατεία Haymarket με αφορμή την αστυνομική βία που είχε ξεσπάσει τις προηγούμενες μέρες ενάντια στο κίνημα του οχτάωρου, με αποκορύφωμα τις δολοφονίες απεργών από την ιδιωτική εθνοφρουρά Pinkerton στη φάμπρικα McCormick.
Το συλλαλητήριο ξεκινάει ομαλά, με τον Spies να ξεκαθαρίζει στην ομιλία του πως «δεν έχουμε σκοπό να ξεκινήσουμε επεισόδια, παρά τις πολεμικές προετοιμασίες των αυτοαποκαλούμενων δυνάμεων του νόμου και της τάξης.»
Ωστόσο, τα επεισόδια ξεσπούν όταν οι αστυνομικές δυνάμεις θα προσπαθήσουν να διαλύσουν τη συγκέντρωση και κάποιος, άγνωστος μέχρι σήμερα, θα πετάξει μια αυτοσχέδια βόμβα προς το μέρος τους, σκοτώνοντας τον Mathias J. Degan. Η αστυνομία απαντάει άμεσα, πυροβολώντας προς όλες τις κατευθύνσεις, σκοτώνοντας και τραυματίζοντας πάνω από 50 διαδηλωτές αλλά και συναδέλφους. Το συγκεκριμένο περιστατικό θεωρείται πως παρήγαγε για πρώτη φορά το στερεότυπο του αναρχικού που πετάει βόμβες.
Τις επόμενες μέρες συλλαμβάνονται οκτώ αναρχικοί, οι περισσότεροι γερμανικής καταγωγής, που κατηγορούνται ως ηθικοί αυτουργοί της δολοφονίας του Degan, με τη δικαιολογία ότι οργάνωσαν τη συγκέντρωση. Ο αμερικανικός τύπος έρχεται να πολώσει ακόμα περισσότερο την κατάσταση, χαρακτηρίζοντας τους κατηγορούμενους «αιμοσταγή κτήνη,» «κόκκινα καθάρματα,» «δειλούς,» «κλέφτες,» «δολοφόνους» και «δαίμονες.» Σε άρθρο τους με τίτλο «Το κόκκινο χέρι της Αναρχίας» οι New York Times περιγράφουν το περιστατικό ως το «ματωμένο καρπό της εγκληματικής διδασκαλίας των αναρχικών.» Ο Edward Aveling, γαμπρός του Karl Marx, θα απαντήσει στα δημοσιεύματα αυτά σημειώνοντας πως «σε περίπτωση που αυτοί οι άντρες κρεμαστούν, θα ευθύνεται η Chicago Tribune.»

Η δίκη, που έχει χαρακτηριστεί μια από της πιο σοβαρές κακοδικίες στην ιστορία των ΗΠΑ, θα καταδικάσει και τους οκτώ αναρχικούς, στέλνοντας τους εφτά στην αγχόνη χωρίς να υπάρχουν στοιχεία που να τους συνδέουν με τη βόμβα. Το κατηγορητήριο μιλάει για συνωμότες που δεν αποθάρρυναν το δράστη και άρα είναι το ίδιο υπεύθυνοι. Ο αδερφός του Parsons, θα προσκομίσει στοιχεία που συνδέουν πράκτορες της Pinkerton με την επίθεση, μια εκδοχή που ενστερνιζόταν η πλειοψηφία της εργατικής τάξης.
Μάλιστα, το 1893 ο κυβερνήτης του Illinois θα αθωώσει τους κατηγορούμενους (τους περισσότερους μετά το θάνατό τους), θεωρώντας ως ηθικό αυτουργό την ατιμωρησία των δολοφονιών της Pinkerton που οδήγησαν στο Haymarket. Από τους εφτά μελλοθάνατους, οι δύο (Michael Schwab και Samuel Fielden) αποδέχονται τις κατηγορίες και καταδικάζονται σε ισόβια, ενώ ο Louis Lingg αυτοκτονεί στο κελί του μια μέρα πριν τον απαγχονισμό. Στις 11 Νοεμβρίου, οι Spies, Parsons, Fischer και Engel οδηγούνται στην κρεμάλα τραγουδώντας τη «Μασσαλιώτιδα» και τον ύμνο της Διεθνούς.
Σύμφωνα με καταγραφές, μερικές στιγμές πριν κρεμαστεί, ο Spies θα ξεφωνίσει: «Θα έρθει ο καιρός που η σιωπή μας θα είναι πιο δυνατή από τις φωνές που πνίγετε σήμερα» και είναι χαραγμένα στη βάση του μνημείου που βλέπουμε στη φωτογραφία.


Πηγή

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Εθνικά υπερφίαλοι, κοινωνικά ηττημένοι

Αναδημοσίευση απο τον ιστιότοπο της Βαβυλωνίας ενός αρθρου του Α.Αργυριάδη ( Διδάκτωρ Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας) (http://www.babylonia.gr/news/topika-nea/koinonika-kinimata/oi-dyo-opseis-tou-nomismatos-ethnika-yperfialoi-%E2%80%93-koinonika-ittimenoi.html)

Με αφορμή την κρίση, την κυβέρνηση συνεργασίας, την εθνική υπερηφάνεια ας ξαναθυμηθούμε πως φτάσαμε ως εδώ, μια ψυχοκοινωνική προσέγγιση.
Είναι βαριά- βαριά ή ήττα σου τσολιά…
Την τελευταία δεκαετία γίναμε ολοένα και περισσότερο μάρτυρες μιας σειράς γεγονότων, τα οποία μέσα από την ασημαντότητα τους, ανέβασαν ψηλότερα τον πήχη του υπερφίαλου εθνικοπατριωτικού μεγαλείου. Οι «εθνικές» πρωτιές της Ελλαδίτσας, που ξαφνικά την μεταμόρφωσαν ως «Ελλαδάρα», σε πάσης φύσεως αθλητικούς αγώνες ή μουσικούς διαγωνισμούς, ήταν πλέον η μόνη περίπτωση ανάδειξης του εθνικού μεγαλείου. Ενώ την ίδια στιγμή, η κοινωνία, ηττήθηκε σε πολιτικό, οικονομικό και ανθρώπινο επίπεδο.


Ειναι βαριά-βαριά η ήττα σου τσολιά

Χρειάστηκε μια Ελλάδα νικητής ως άλλοθι, για να συντηρηθεί ο μύθος και η νοοτροπία του Ελληναρά, αυτού του υπερβατικού όντος με το εθνικό μεγαλείο της χλαμύδας και του φιλότιμου της φουστανέλας. Το να ξαναειπωθεί ότι μια κοινωνία στην εποχή της ασημαντότητας της, επιλέγει τον πιο εύκολο δρόμο, αυτόν την κενότητας, θα ήταν απλά μια ακόμα γραφική κοινοτυπία, την οποία γνωρίζουμε όλοι .
Άλλωστε ο εθνικός μεγαλοϊδεατισμός, κρύβει μέσα του μια ενδελεχή υποκρισία και μια γνωστική ασυμφωνία: Αυτή της δικαιολόγησης του ένδοξου παρελθόντος, με το άδοξο παρόν και το πιο αβέβαιο μέλλον. Όπως σε όλες τις ψυχικές διαταραχές (ατομικές ή ομαδικές), η συγκάλυψη της αναντιστοιχίας λειτουργεί ως εσωτερικός καταπιεστής, ο οποίος εξωτερικεύεται συλλογικά ως εθνικό ασυνείδητο.
Οδηγηθήκαμε λοιπόν σε μια χαρακτηριστική περίπτωση ψυχοκοινωνικής ασυμβατότητας. Από την μία έχουμε την εθνική χλιδή της Ελληνικής νίκης, με υπερήρωες, άτλαντες και τιτάνες. Και από την άλλη να αποκρύπτεται συστηματικά η σκληρή καθημερινότητα της ανεργίας των απολύσεων της ανισότητας, του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και της κοινωνικής υποχώρησης σε όλους τους τομείς, από δικαιώματα και κεκτημένα. Μόνο που αυτή η άγρια πραγματικότητα δεν ενδιέφερε κανέναν πατριώτη, ειδικά δε όταν δεν έπληττε τον εθνικό μεγαλοϊδεατισμό, μιας Ολυμπιάδας, ενός Eurobasket ή μιας Eurovision. Ο αθλητισμός ανέκαθεν αποτελούσαν το μεγαλύτερο άλλοθι για την ανάδειξη του εθνικού μεγαλείου, ο οποίος συντήρησε φασιστικές δικτατορίες, στρατιωτικές χούντες και «λαϊκές» ή αστικές δημοκρατίες. Όπως και ο πατριωτισμός έτσι και η εθνική έπαρση δεν θα υπήρχαν εάν δεν υπήρχε η φυλή, το έθνος και το κράτος ως ιδεολογικός μηχανισμός. Φυσικά η Ελληνική περίπτωση διακατέχεται και από κάποια στοιχεία μοναδικότητας σε σχέση με την φύση του εθνικοπατριωτικού μεγαλοϊδεατισμού της.
Οι Έλληνες έχουν μόνο ένδοξη προϊστορία, κρυμμένη μυθιστορία, ηρωική ιστορία και ασήμαντο σήμερα. Για τα του παρελθόντος καυχιούνται αποκλειστικά, διαμέσου μιας απροσδιόριστης, φασίζουσας αρχαιολατρίας. Στην συλλογική συνείδηση του Ελληναρά είναι ανεξίτηλα γραμμένη η ρήση που αποτελεί την κορωνίδα της εθνικής αυταρέσκειας και αυτοεπιβεβαίωσης: «Όταν οι Έλληνες έχτιζαν Παρθενώνες, οι άλλοι ήταν ακόμα στα σπήλαια». Φυσικά δεν θέλει να παραδεχτεί ότι τα Ελληνόπουλα αρκετές φορές δεν μπορούν ούτε την βάση να πιάσουν και απορεί γιατί την σημαία σηκώνουν «οι ξένοι», διότι καθ’ αυτούς πως ο παν μην Έλλην βάρβαρος!, Αρίστευσε? Φαίνεται πως στην χώρα που γέννησε την δημοκρατία ή έννοια της ισονομίας είναι αποκλειστικό προνόμιο μόνο των ντόπιων ιθαγενών κατοίκων.
Μόνο έτσι μπορεί ο σημερινός Έλληνας, ο ήρωας του βυζαντίου, της Αλβανίας, της μεταπολίτευσης, αυτός που κράτησε Θερμοπύλες, να ξεπεράσει το γεγονός ότι ξέμεινε πίσω στο παρελθόν. Ο σύγχρονος νεοέλληνας όμως είναι μια μεταμοντέρνα μετάλλαξη δυτικών και ανατολίτικων πολιτισμικών στοιχείων κατά το δοκούν, δεν είναι στην πλειονότητα του παρά ακοινωνικός, απληροφόρητος, ανιστόρητος και ημιμαθής. Γιαυτό και ενώ αναπολεί την αρχαία Ελλάδα, θέλει να γίνει «σαν Αμερικάνος και να του αρέσει στα κρυφά και ο Μητροπάνος» για να δανειστώ τους στίχους ενός τραγουδιού. Ο σημερινός Τσολιάς μπορεί να περηφανεύεται για το εθνικό του μόριο, κραυγάζοντας μόνο μπροστά στην τηλεόραση, παρακολουθώντας εκστατικά την κίνηση μιας μπάλας ή μιας χορογραφίας. Να κοινωνικοποιείται μόνο μετά την νικηφόρα λήξη ενός παιχνιδιού ή ενός διαγωνισμού, φωνάζοντας ακατάληπτα σεξιστικά ή ρατσιστικά συνθήματα. Και τέλος να αναπτύσσει μια αγελαία εθνική συμπεριφορά νίκης. Ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός σε όλο του το μεγαλείο. Διότι είναι βαριά – βαριά η χούντα του τσολιά.
Αλλά η νίκη & η επιστροφή των ηρώων με την πολυπόθητη κούπα ή το πρώτο βραβείο, ήταν ικανή από μόνη της ως θεαματική εκτόνωση να συγκαλύψει την κοινωνική υποταγή μέσω των δανειακών συμβάσεων, τον σεξισμό, τον ρατσισμό και την φυλετική έπαρση που καλλιεργείται όχι υπόγεια πλέον αλλά στο προσκήνιο του εθνικοπατριωτικού lifestyle. Μόνο έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί η χρήση του «εθνικού συμβόλου» από καθωσπρέπει Ελληναράδες οπαδούς της εθνικής ή «υπερπατριώτες» φασίστες που επικαλούνται την αναγκαιότητα της φυλετικής καθαρότητας την απέλαση των μεταναστών, τους ξυλοδαρμούς όσων δείχνουν ή είναι διαφορετικοί πολιτικά, σεξουαλικά, για μια απροσδιόριστη υπεράσπιση της εθνικής συνείδησης μέχρι θανάτου.
Εξάλλου ο φασιστικός υπερεθνικισμός δεν είναι άλλο παρά η αδιοχέτευτη λίμπιντο του κάθε πατριώτη. Αυτή η ξέφρενη εθνική βαρβαρότητα που μεταφράζετε σε ηρωισμό. Στην βάση αυτή η βίαιη συμπεριφορά απενοχοποιείται έστω και αν αυτή τραυματίζει θανάσιμα πολλές φορές μετανάστες, νεολαίους και γενικά όσους φαίνονται διαφορετικοί. Ειδικά δε, σε περιπτώσεις όπου αυτή η πολυπόθητη νίκη δεν ήρθε, η βαρβαρότητα βαφτίζεται ως «συναισθηματικό ξέσπασμα» για να εκλογικευτεί στην συνέχεια με έναν πιο εύπεπτο τρόπο. Οι περιπτώσεις αυτές που προσβάλουν την κοινωνία και τον άνθρωπο, συνήθως όχι μόνο αποκρύπτονται αλλά και συγχωρούνται, ειδικά όταν γίνονται κάτω από την ελληνική σημαία ή την επίδραση της νίκης που είναι μόνο Ελληνική. Το ενδεχόμενο ήττας αποτελεί κατάφορα έναν ανθελληνικό δάκτυλο, μια σκοτεινή συνομωσία. Σε αντίθεση φυσικά με την γενική κατακραυγή από τα ΜΜΕ, όταν για συμβολικούς λόγους καίγεται, σκίζεται ή καταστρέφεται η σημαία, ως πράξη ενάντια στον ρατσισμό, την καταστολή ή τον φασισμό. Ο συμβολισμός τότε γίνεται ασυδοσία και προβάλλεται ως δημόσια προσβολή.

Η συστράτευση της αστυνομίας και της χρυσής αυγής στοχεύει στον γενικευμένο έλεγχο που είναι αδιαμφισβήτητα υπαρκτός σε όλη την καθημερινότητα του πολίτη και δεν έχει στόχο την εξάλειψη της «βίας» ή της «παραβατικότητας», αλλά την ισχυροποίηση με όρους εγκλεισμού του πολίτη μέσα σε ένα κοινωνικό ιδρυματισμό ανάλογο ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης (άλλωστε τα μέλη της χρυσής αυγής αυτό δεν νοσταλγούν);Άλλωστε είναι ηλίου φαεινότερων ότι “τα παιδιά των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας” μοιάζουν πολύ με τους καραφλούς υπερπατριώτες της “Χρυσής Αυγής”, στον σωματότυπο, τον τσαμπουκά, το μίσος, τη βία, τον ανδρισμό, τον σεξισμό και τον ρατσισμό. Ας μην ξεχνάμε ότι τα τάγματα ασφαλείας ανέκαθεν υπήρξαν για να καταργούν και όχι να διαφυλάσσουν την δημοκρατία.
Από τις κάμερες στους δρόμους, στην τράπεζα, το metro & το ψιλικατζίδικο της γειτονίας, έως τον «στρατιωτισμό» των αστυνομικών δυνάμεων ως φυσική παρουσία σε κάθε γωνιά ή πλατεία των αστικών κέντρων δεν είναι απλά για να υπενθυμίζουν ότι υπάρχουν, αλλά για να θυμίζουν ότι τα «ΜΑΤ δεν αργούν και δεν ξεχνούν», όπως μου φώναξε ένας άντρας τον αστυνομικών δυνάμεων καθώς περνούσαμε μεταφέροντας μια κυρία σε σοκ από την γενικευμένη θηριωδία που συνέβαινε στις 28 Ιουνίου 2011 προς τον σταθμό Α Βοηθειών της Πλατείας Συντάγματος. Είναι κάτι περισσότερο από δεδομένο ότι η ύπαρξη τους, έχει μια μονοσήμαντη σχέση εκτός του να υπηρετούν την εξουσία, την επιχειρησιακή τους αυτοτέλεια, που σε συνάρτηση με την πολιτική ανοχή σημαίνει ατιμωρησία.
Η καταστολή και η αστυνομική βία δεν είναι γενικευμένη και αντικειμενική όπως προσπαθούν να περάσουν ευρύτερα οι ιδεολογικοί συνεργοί και απολογητές του συστήματος και ούτε πρόκειται για μια βεντέτα μεταξύ αναρχικών – χρυσής αυγής, αλλά Θεσμού (ΜΑΤ) και Κοινωνίας, όπως είδαμε και συνεχίζουμε να βλέπουμε στις επιχειρήσεις σκούπα στην Πλατεάι Συντάγματος. Οι κατασταλτικές δυνάμεις δείχνουν τον ίδιο ζήλο, και επαγγελματισμό μόνο σε όλους όσους διαμαρτύρονται ενάντια στο καθεστώς: Συμβασιούχοι, δάσκαλοι, άνεργοι, απολυμένοι, φοιτητές, την κοινωνία ολόκληρη στις 15 &, 21 Μαίου, 28 & 29 Ιουνίου, 3 Σεπτεμβρίου, 18-19 Οκτωβρίου 2011. Το ίδιο όμως δεν ισχύει προς τα παιδιά τα «δικά τους», που δρουν επικουρικά προς αυτούς: Χαφιέδες, δοσίλογοι, τραμπούκοι, εξαγριωμένοι πολίτες, φανατικοί χριστιανοί και υπερπατριώτες. Η ύπαρξη τους δεν αποτελεί την απόδειξη «δημοκρατικής πολυφωνίας» αλλά νίκη του λαικοχριστιανικού συντηρητισμού και της οπισθοδρόμησης. Όλος αυτός ο νεοχαζός συρφετός των ακροδεξιών, που μπορούν ατιμώρητα να μαχαιρώνουν, δολοφονούν και να λυντσάρουν κατά το δοκούν των αντικοινωνικών τους ιδεών (όπως έγινε πρόσφατα στα τέλη Οκτώβρη με την επίθεση σε μετανάστη που πουλούσε Ελληνικές σημαίες), πρόκειται για μια συμμορία αποτελούμενη από άτομα χαμηλού νοητικού (πολιτικά) & κοινωνικού (συμβιωτικά) επιπέδου, οπισθοδρομικά και ομοφοβικά. Με αφετηρία τον εθνοκεντρισμό, τα άτομα αυτά βιώνουν την μισαλλοδοξία μιας ανύπαρκτης φυλετικής, ή πατριωτικής ανωτερότητας που τους διαχωρίζει από τις πρωταρχικές κοινωνικές & οργανικές αξίες της συνεργασίας, της συμβίωσης και της αλληλεγγύης.
Το ερώτημα πλέον δεν τίθεται για την Ελλάδα αλλά για ποια Ελλάδα?
Κάθε όψη αυτού του εθνικού μεγαλείου φαντάζει αποκρουστική. Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη το έθνος, την φυλή ή την πατρίδα. Όλες αυτές, είναι έννοιες ξεπερασμένες και ανθρωποφάγες. Σε οικονομικό επίπεδο έχουν ξεπεραστεί από την κυριαρχία, αλλά σε ιδεολογικό επίπεδο διατηρούνται ως άλλοθι για να θυμίζουν τον πάλαι ποτέ ισχυρό κοινωνικό ιστό του κράτους-έθνους. Η κοινωνία χρειάζεται να επανακαθορίσει τις ανάγκες της με βάση την αλληλεγγύη και την συνεργασία, με στόχο την απελευθέρωση της. Όπως δεν υπάρχουν «φιλήσυχοι» φασίστες, έτσι δεν υπάρχουν αμέτοχοι πολίτες.
Ο εθνοκεντρισμός εκτός από υπερφίαλος ή γραφικός είναι κοινωνικά αποκρουστικός & πολιτικά αποτρόπαιος. Εάν η Ελλάδα θέλουν να είναι αυτή των Ελλήνων αστυνομικών, των «ρουφιάνων, των δολοφόνων και των βασανιστών» για να υπενθυμίσω ένα σύνθημα που φώναζαν σχεδόν όλοι στις 28-29 Ιουνίου 2011, των γερμανοτσολιάδων ή των μεταδιδακτορικών χαφιέδων, αυτό δεν ενδιαφέρει παρά μια μικρή παρελθοντολογική μειονότητα, η οποία αποχαυνωμένη παρακολουθώντας τηλεοπτικές εκπομπές εθνικοπατριωτικού telemarketing, περιμένει να ξυπνήσει ο μαρμαρωμένος βασιλιάς για να ξαναζήσει το μεγαλείο της. Μιας ισχνής μειοψηφίας που δεν μπόρεσε να κατανοήσει το σύνθημα των πλατειών «ότι η χούντα δεν τελείωσε το 73» διότι δεν της φαίνεται αυτό λογικό αφού νομιμοποιήθηκαν οι κομουνιστές, γέμισε ο τόπος μετανάστες, έκλεισαν τα μακρονήσια και πλέον δεν σε επανεντάσουν στην κοινωνία με τον θεραπευτικό τρόπο της φάλαγγας, πως δεν έχουμε δημοκρατία?. Είναι οι ίδιοι που συγχαίρουν τον Κορκονέα που σκότωσε τον 15 χρόνο αλήτη μόνο και μόνο γιατί κυκλοφορούσε στα Εξάρχεια ή την επίσκεψη «πάτερα» της εκκλησίας στον φυλακισμένο «αγωνιστή» Ντερτιλή και θεωρούν ότι ο Καρατζαφέρης είναι πολύ διαλλακτικός.
Εάν κάποιοι θέλουν η κοινωνία να μεταβληθεί στην Ελλάδα του ελληνορθόδοξου χριστιανισμού, αυτού του ιδιότυπου φονταμενταλισμού, που κάτω από τον μανδύα της αρετής προβάλει τον κοινωνικό αναχρονισμό, τότε να παραμείνουμε «ΑΘΕΟΙ». Όσο ο εθνικισμός θα βαφτίζεται ως υπέρτατη κοινωνική αξία προτρέποντας τον διαχωρισμό των ανθρώπων βάση του γένους, της φυλής ή του έθνους, να συνεχίσουμε να παραμένουμε «ΑΠΑΤΡΙΔΕΣ». Και φυσικά εφόσον η δημοκρατία μια μικρής αστικής μειοψηφίας που σφετερίζεται την δύναμη των πολλών προς χάρη των συμφερόντων των λίγων, που βαφτίζει τους κοινωνικούς αγώνες τρομοκρατία και τους κοινωνικούς αγωνιστές τρομοκράτες, που στέλνει στην ανεργία μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, να παραμείνουμε πολιτικά «ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ». Επιστρέφοντας έτσι τον συμβολισμό και τον ιδεολογικό χειρισμό στην εκφορά του λόγου της κυρίαρχης ρητορικής.

Δεν χρειαζόμαστε χλαμύδα, φουστανέλα, τσαρούχι φούντα ή φέσι για να βρούμε το δικό μας μεγαλείο. Είμαστε εκτός του εθνικού οράματος και της συναίνεσης του, που οδηγεί στην νέα δανειακή σύμβαση ή σε μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας ή συνεργασίας». Είμαστε επισφαλής εργαζόμενοι, άνεργοι, μετανάστες μα προπαντός είμαστε όλοι αγανακτισμένοι, αντιστεκόμενοι και αλληλέγγυοι. Παραφράζοντας τα δικά τους υπερφίαλα «δυνατά και Ελληνικά» λόγια, μπορεί να μην είναι ακόμα ο «καιρός γαρ εγγύς». Αλλά όταν αυτή η στιγμή έρθει, δεν θα είναι για την επανίδρυση του κράτους-έθνους, ούτε για την επιστροφή στην δραχμή, αλλά για την κοινωνική απελευθέρωση. Αρκεί η ίδια η κοινωνία να το θελήσει. Αλλιώς θα παραμείνει εθνικά υπερφίαλη και κοινωνικά ηττημένη.
Εφόσον θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία – πόσο μάλλον η δημοκρατία – είναι ξεκάθαρο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει εκ του ασφαλούς, φιλήσυχα και από τον καναπέ. Η Άμεση Δημοκρατία αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία να αλλάξουμε όχι με όρους Αρχαιολατρικούς επιστρέφωντας στο νοσταλγικό παρελθόν, αλλά με όρους κοινωνικούς πέρα από την ξύλινη γλώσσα της ιδεολογίας και την θρησκεία του κομματικού ιερατείου της. Γι αυτό πριν κατηγορήσετε τα «παιδιά με τα μακριά μαλλιά, και τα μαύρα ρούχα που τους έλεγαν αλήτες», αναρωτηθείτε που ήσασταν εσείς όταν «τα παιδιά αυτά που τα έλεγαν αλήτες» πρότασσαν τα σώματα τους ενάντια στην συστημική – φασιστική βία που είναι το ίδιο και το αυτό. Διότι είναι τουλάχιστον αφελές και υποκριτικό «να καταδικάζετε η βία από όπου και αν προέρχεται» μιας και «φιλήσυχοι φασίστες» δεν υπήρξαν και δεν θα υπάρξουν ποτέ. Αντίθετα οι φιλήσυχοι και ευυπόληπτοι πολίτες με την παθητικότητα τους από τον καναπέ, επέτρεψαν να γίνουν τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, και να φτάσουμε σήμερα εδώ που φτάσαμε να περιμένουμε ως κοινωνία την επόμενη δόση. Ας μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό, Αντίθετα αντί να περιφερόμαστε ως έθνος «εξαρτημένων» μνημονιομανών, να επανδιεκδικήσουμε την κοινωνική μας αξιοπρέπεια και ελευθερία. Είναι δεδομενο λοιπόν ότι αντί για κυβέρνηση “εθνικής” σωτηρίας, να ζητήσουμε καθολική πολιτειακή αλλαγή.


Αργύρης Αργυριάδης

Από:  Σχολιαστές Χωρίς Σύνορα

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Η απόπειρα ανατίναξης της βουλής το 1907



14 χρόνια μετά την καθολική πτώχευση του 1893, 10 χρόνια μετά την οδυνηρή ήττα στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και 9 χρόνια μετά την επιβολή διεθνούς οικονομικού ελέγχου από τους τραπεζίτες του 1898, η Ελλάδα των 2.631.952 κατοίκων διέθετε ζωτικό χώρο εκτάσεως 63.211 km². Οι υπήκοοι του βασιλείου, με σκληρή εργασία είχαν καταφέρει να έχουν πλεονασματικό προϋπολογισμό. Έτσι η ζωή άρχισε να κυλά χαρωπά, δηλαδή οι λίγοι κι εκλεκτοί προόδευαν και γίνονταν πλουσιότεροι, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος έκανε το σκατό του παξιμάδι, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα χάντρες, καθρεπτάκια και την ζωή των Βαυαρών πριγκίπων σε τακτικές συνέχειες των εντύπων, η φαιδρά πορτοκαλέα εξαπλωνόταν ακάθεκτη στην γη της ψωροκώσταινας και η Βουλή συνεδρίαζε νυχθημερόν για να παράξει "θεάρεστο" και απαιτούμενο από τους πατρόνες και δανειστές της, "έργο".

Την ημέρα που οι εκπρόσωποι του λαού (σικ) με την φράγκικη συμπεριφορά και αμφίεση, συνεδρίαζαν εις το κτήριο της Βουλής και παρακολουθούσαν (σικ) την εισήγηση του υπουργού περί των οικονομικών Σιμόπουλου, ο οποίος, και παρά τον πλεονασματικό αποτέλεσμα του προηγουμένου κρατικού προϋπολογισμού, απαριθμούσε με βαριεστημένο ύφος νέες περικοπές και επώδυνα νέα μέτρα φορολόγησης του πόπολο. Κατά την προσφιλή τους συνήθεια, οι περισσότεροι βουλευτές έπιναν καφέ στο καφενείο της Βουλής, κάποιοι εκοιμώντο και οι υπόλοιποι εχασμώντο.

Αίφνης, την γαλήνη της σουρεαλιστικής αυτής εικόνας, διέκοψε ο ήχος της πτήσης φυσιγγίου δυναμίτιδος περιτυλιγμένου με χαρτί εφημερίδας και ο γδούπος της προσγείωσής του στο πάτωμα της Βουλής, εν μέσω των θέσεων των βουλευτών του Εθνικού κόμματος. Συνάμα, η αίθουσα γέμισε καπνό και την χαρακτηριστική έντονη μυρουδιά από την καύση της θρυαλλίτιδος της αυτοσχέδιας χειρο-βομβίδας. Οι περισσότεροι από τους εθνοπατέρες, δεν αντιλήφθηκαν - άμεσα - το τι είχε συμβεί διότι, όπως ανέφερα προηγουμένως, έπαιρναν τον ύπνο τους στα ακριβοπληρωμένα έδρανα, αλλά επιτέλους κάποια στιγμή, εις εξ αυτών, ο Λεώπουλος, ξύπνησε από τον ύπνο του δικαίου και, έντρομος, φώναξε.

"Μπόμπα! Προς Θεού! Μπόμπα"!

Το τι έγινε τότε, είναι δύσκολο να περιγραφεί. Οι βουλευτές, μισοκοιμισμένοι - μισοξύπνιοι, προσπάθησαν να βγουν από την αίθουσα ομαδόν και κοπαδοειδώς, σαν μία επ' απειλή αγέλη. Οι πόρτες της εξόδου, όμως, φράκαραν από τους όγκους των λιπαρών και καλοθρεμμένων επισπευδόντων ηγητόρων και τότε έγινε λαϊκό δημώδες "πατείς με - πατώ σε". Ο πρόεδρος της Βουλής, διαγκωνίζοντας και διαγκωνιζόμενος, φώναζε:

"Ο φρούραρχος να κλείσει τις πόρτες εξόδου των λαϊκών θεωρείων. Να συλληφθεί αμέσως ο δράστης".

Όμως, φευ, ο φρούραρχος, λοχαγός του πυροβολικού Ταρσούλης απουσίαζε και τοιουτοτρόπως, τα θεωρεία εν ριπή οφθαλμού εκκενώθηκαν, από τους έτσι κι αλλιώς, ελάχιστους θαμώνες / μισθοδοτούμενους χειροκροτητές. Βλέπετε, μέσα στην χάβρα των Ιουδαίων η οποία δημιουργήθηκε, μόνο ένας η δύο, από τους βουλευτές αντιλήφθησαν, καθυστερημένα έστω, ότι η θρυαλλίς (το φυτίλι) είχε αποκοπεί από το φυσίγγιο της δυναμίτιδος από την πρόσκρουση της στο έδαφος και έτσι δεν υπήρχε, κανένας απολύτως κίνδυνος έκρηξης.

 Εν τω μεταξύ, απόντος του φρουράρχου, αλλά και της φρουράς, αναθαρρημένοι από την διαπίστωση ότι δεν κινδύνευε η σωματική τους ακεραιότητα από μια έκρηξη, οι Λαζάνης και Στάης εφόρμησαν προς τα λαϊκά θεωρεία του 3ου ορόφου, όπου πιθανολογούσαν ότι από εκεί ερρίφθη η δυναμίτιδα. Όταν κατάφεραν να υπερσκελίσουν το εμπόδιο της ανηφορικής διαδρομής το οποίο είχε σύμμαχο το μεγάλο τους σωματικό βάρος και έφθασαν εκεί, τα βρήκαν άδεια, εκτός από ένα πτωχικά ενδεδυμένο άτομο, το οποίο στεκόταν πίσω από ένα παράθυρο του θεωρείου, με μια διπλωμένη εφημερίδα στα πόδια του. Αμέσως τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο γραφείο του διευθυντού της Βουλής, όπου ξεδιπλώνοντας την εφημερίδα, ανακάλυψαν 4-5 ακόμη φιτίλια κατάλληλα για την ανάφλεξη μασουριών δυναμίτιδας και ένα ακόμη μασούρι.

Τότε, ο υπουργός των Εσωτερικών, Καλογερόπουλος, συνεπικουρούμενος από τον γενικό εισαγγελέα Λυκουρέζο, άρχισαν να τον ανακρίνουν και ανακάλυψαν την ταυτότητά του. Ονομαζόταν Ανδρέας Παπαμικρόπουλος, εκ Πατρών, και ήταν διδάσκαλος του πτωχοκομείου, ετών 40 και άγαμος. Στις επίμονες όμως ερωτήσεις των ανακριτών, αυτός δεν παραδέχoνταν την ενοχή του, παρά την κατ’ αντιπαράσταση εξέταση των υπαρχόντων μαρτύρων, οι οποίοι βεβαίωναν ότι μόνο αυτός στεκόταν στο σημείο από το οποίο εκτοξεύτηκε η εκρηκτική ύλη.

Μέσα στην απελπισία του για την άκαρπη τροπή της ανακρίσεως, ο γενικός εισαγγελέας, του οποίου η εντολή της κυβερνήσεως ήταν να αποσπάσει γρήγορη και σαφή ομολογία από τον ύποπτο για την βομβιστική ενέργεια, χρησιμοποίησε τα μεγάλα μέσα. Είχε προηγουμένως μάθει ότι, ο Παπαμικρόπουλος λόγω της οικτρής του οικονομικής καταστάσεως, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει το μικρό δωμάτιο, το οποίο μοιραζόταν με 3 ακόμη συγκατοίκους, στο ξενοδοχείο 5ης κατηγορίας «Ακρόπολις» και να ικετεύσει, πρώτα την οικογένεια Διαμαντοπούλου και κατόπιν την οικογένεια Αντωνοπούλου, στις κυρίες των οποίων είχε διδάξει γράμματα στο παρελθόν, για τροφή και στέγη, με αντάλλαγμα την διδασκαλία των παιδιών τους, την συνοδεία των σε περιπάτους και την συμμετοχή του σε όποια, οικοκυρικής φύσεως, εργασία προέκυπτε στην καθημερινότητά τους.
Έτσι, ο πονηρός εισαγγελέας, διέταξε να προσαγάγει η αστυνομία τους παραπάνω και να τους οδηγήσει σ΄ αυτόν για ανάκριση με βίαιο τρόπο, παρουσία του Παπαμικρόπουλου, όπερ και εγένετο. Την ίδια χρονική στιγμή κατά την οποία τον ανέκρινε, οι αστυνομικοί προσήγαγαν τους Αντωνόπουλους με σκαιό τρόπο. Ο Παπαμικρόπουλος, βλέποντας τους υποφέρουν από την βιαιότητα των οργάνων, αλλά και φοβούμενος ότι θα τους χαρακτήριζαν συνεργούς του, είπε: «Αφήστε τους ανθρώπους αυτούς. Θα σας ομολογήσω τα πάντα».

 Και ομολόγησε: «Εγώ αγόρασα τα δύο μασούρια δυναμίτιδας και τα απαραίτητα φιτίλια, προ δεκαπενθημέρου. Το ένα το εκτόξευσα στους βουλευτές και το δεύτερο το ετοίμαζα για να αυτοκτονήσω αμέσως μετά την πράξη μου. Έγραψα δε, και σχετική του τέλους μου επιστολή, προς την μητέρα μου. Επίσης, πολλές ημέρες πριν την πράξη μου, απέστειλα προειδοποιητική επιστολή προς την Βουλή, στην οποία τους ανακοίνωνα την πρόθεσή μου αυτή. Δεν ήθελα να τους σκοτώσω όλους, αλλιώς, θα χρησιμοποιούσα περισσότερα φυσίγγια. Να τους φοβίσω και να τους αφυπνίσω ήθελα, διότι εκτός της προσωπικής μου οικτρής οικονομικής καταστάσεως, στην οποία με έχουν οδηγήσει οι πράξεις και οι παραλήψεις τους· δεύτερο πουκάμισο δεν έχω να βάλω και ικετεύω καθημερινά τους ανθρώπους για τα απολύτως απαραίτητα. Η δική μου όμως δυστυχία ήταν η μικροτέρα, έναντι των δεινών της πολιτείας μας, για τα οποία σας θεωρώ απολύτως υπευθύνους. Η εκμηδένιση της αξιοπρέπειας της χώρας, η υπερχρέωσή της, η κατάπτωση του ηθικού της γοήτρου, ο συνεχής και παράνομος πλουτισμός των ηγητόρων της, η πλήρης αναισθησία των υπουργών και των βουλευτών στις συνεχείς εκκλήσεις των πολιτών για διαφάνεια στην διαχείριση των οικονομικών της, η κακοδιαχείριση των πόρων της και άλλα τινά, οδήγησαν την ψυχική μου εξέγερση. Και όχι. Συνεργούς, δεν έχω. Μόνος μου εσκέφθην, εζύγισα τα πράγματα και απεφάσισα τον εξαναγκασμό σε μεταμέλεια όλων αυτών, με την χρήση βίας».

 Ο εισαγγελέας, οι γραφιάδες και οι παρατρεχάμενοι, έμειναν άφωνοι. Ο κοντός μυστακοφόρος, βρόμικος και πάμπτωχος δάσκαλος, έμοιαζε γίγαντας μπροστά τους. Αμέσως ο Λυκουρέζος, ο οποίος δεν ήθελε να ακούσει και άλλα, διέταξε να μεταφερθεί στα κρατητήρια ο δράστης και πολύ προβληματισμένος κίνησε για το γραφείο του πρωθυπουργού Θεοτόκη. Στην συνάντηση η οποία αμέσως πραγματοποιήθηκε, συμμετείχαν οι Θεοτόκης, Λυκουρέζος, Καλογερόπουλος και Καπερδάνος και αναλύθηκαν οι εξελίξεις της υπόθεσης και αναζητήθηκε η κατάλληλη λύση.
Πάνω στο τραπέζι συσκέψεων, δέσποζαν οι εφημερίδες της εποχής, με πρώτον πρώτον τον «Ρωμιό» του Σουρή, οποίος διασκέδαζε την κατάσταση γράφοντας :

«Αυτά του κόντε λέγονταν εν λιγυρά φωνή,
στο παρλαμέντο βρόντισε μιά μπόμπα αληθινή.
Κι αμέσως τά ‘χασαν αυτοί και τά ‘χασαν κι εκείνοι,
κι ακαματόπους έτρεχε καθένας αστυνόμος,
και της Βουλής τας πτέρυγας συνείχε κρύος τρόμος.
Νίπτω κι εγώ τας χείρας μου και δεν ανακατεύομαι,
και αφού οι μπόμπες άρχισαν, παύω να πολιτεύομαι!».
«Ιδού! Διαβάστε πράγματα! Αυτός είναι επικίνδυνος και θα βρει μιμιτάς», είπε θυμωμένα ο Θεοτόκης.

«Θα τον κάνουμε ήρωα;», αναρωτήθηκε εξοργισμένος ο Καπερδάνος.
«Του χρόνου θα τον έχουμε ανάμεσά μας στην Βουλή», ψιθύρισε έντρομος ο Καλογερόπουλος.
«Να αποδείξουμε ότι είναι βλαμμένος», έκραξε πνιχτά ο Λυκουρέζος.

«Αυτό είναι!», αναφώνησαν εν χορώ άπαντες. «Βλαμμένος! Είναι η σοφότερη λύση. Να κανονιστεί πάραυτα επίσημη γνωμάτευση από τον γιατρό Μιταυτσή. Είναι της απολύτου εμπιστοσύνης μου και γαμπρός της αδελφής μου», διέταξε ο οιονεί άναξ.

Ο…φρενολόγος

Ο γραμματέας άρχισε την ανάγνωση των γραπτών απαντήσεων του ειδικού εντεταλμένου ιατρού φρενολόγου, Μιταυτσή, μετά την εξέταση της διανοητικής καταστάσεως του δράστη της βομβιστικής κατά του Κοινοβουλίου ενέργειας, κατ΄ εντολήν του γενικού εισαγγελέα.
«Διάβαζε πιο δυνατά», του είπε ο Λυκουρέζος, ο οποίος δεν μπορούσε να κρύψει το σαρδόνιο χαμόγελό του κάτω από την επαγγελματική του σοβαροφάνεια.

«Κατόπιν εντολής του γενικού εισαγγελέως κυρίου Λυκουρέζου και αδείας του Διευθυντού της αστυνομίας υποστρατήγου Δαμηλάτη, μου επετράπη η άνοδος εις το δωμάτιον ένθα κρατείται ο βομβιστής. Ευθύς μόλις τον είδα, τον αναγνώρισα. Αυτός είναι. Ω, ναι. Αυτός είναι τελείως ανισόρροπος. Τον ενθυμούμαι καλώς ότε ήλθε προ ολίγων ετών και υπεβλήθη εις θεραπείαν».

Ερώτηση εισαγγελέα: «Από τι έπασχε τότε;».

Απάντηση ιατρού: «Φρενοβλάβειαν εκφύλου με ιδέας πολυμόρφους, ιδέας δηλαδή καταδιώξεως, μεγαλείου, αδικιών, ενοχής και ερωτικών επεισοδίων, ιδέας αίτινες δύνανται το άτομον όπερ κατέχεται υπ΄ αυτών, να το ωθήσουν εις τας πλέον επικινδύνους πράξεις».

Ερώτηση εισαγγελέα: «Εθεραπεύθη τότε;».

Απάντηση ιατρού: «Είναι ανίατος η νόσος αυτή. Ο πλήρης μάλιστα ορισμός της είναι ο εξής: Ανισορροπία διανοητική θεωρουμένη πολλάκις εκ των ανιάτων. Βεβαιώ, ότι τούτος έπασχεν εκ τοιούτου νοσήματος. Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι οι κατά πλήθους αποπειρώμενοι, εμπνέονται υπό της ιδέας, ότι τους προξενεί τούτο, κακόν τι ή υπό της ρεκλάμας».

Ερώτηση εισαγγελέα: «Τον θεωρείτε επικίνδυνο προς τον εαυτό του και προς το κοινωνικόν σύνολον;».

Απάντηση ιατρού: «Προς τον εαυτόν του, όχι. Προς το κοινωνικό σύνολον, ναι αναμφαδόν».

«Τελειώσαμε. Θα το υπογράψετε;», ρώτησε ο γραφιάς τον εισαγγελέα.

«Αν θα το υπογράψω; Ανόητε…», τον μάλωσε άγρια ο Λυκουρέζος. Και έβαλε την υπογραφή του. Φαρδειά πλατειά.




Το αρχικό άρθρο Εδώ

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Κοιτάζοντας τα σκατά που αφήνουμε πίσω μας

Είναι η ώρα που οι παραμορφωμένες επιθυμίες των συνανθρώπων μας παίρνουν σάρκα και οστά. Και όλη η σκατολογική άβυσσος της κάλπης, ρυθμίζει την πνευματική κυκλοφορία των συστημικών ιδεών και προτύπων. Αυτή η σχισμή της δημοκρατίας, που εκβάλει στον ερμητικά κλειστό χώρο της αποχαύνωσης. Εκεί που ο παραλογισμός της ποσότητας κάνει την ποιότητα δούλα και ντροπαλή νοικοκυρά.
Εκεί που η γκρίνια του απολίτικου ακτιβισμού χτυπάει κόκκινο. Εκεί που τα θεριά παρασύρουν τους πρόθυμους αμνούς και οι δράκοι με την πύρινη ευγλωττία τους παρασύρουν τις πολιτικές παρθένες στο δάσος του ομαδικού συμβιβασμού. Εκεί που το δίλημμα αγάπη ή έρως, είναι ψευδεπίγραφο και κουλό. Λέξεις και συνθήματα δουλεμένα στο αμόνι του διαφημιστή, παλεύουν να συγκινήσουν με γελοία διλήμματα τον κακόμοιρο δουλοπάροικο της σκατένιας πόλης και του μεταλλαγμένου χωριού. 

Ο δυσκοίλιος ψηφοφόρος μετά το πρωινό του χέσιμο θα οδηγηθεί στην κάλπη και με τη δυσκοίλια αποφασιστικότητά του θα αποφασίσει αυτό που είναι ήδη αποφασισμένο. Διότι η ενοχή για την απόλαυση και την επιθυμία τον οδήγησαν στα σκατά. Διότι αυτή η διευρυμένη προκτολογική συνάφεια της χέστρας και της κάλπης είναι η ουσία. Διότι ο αγαπητός νοικοκύρης όταν σηκώνεται απ’ τον εμαγιέ θρόνο του κοιτάζει πάντα τα σκατά του. Αυτό το κομμάτι του εαυτού του που πέρασε αισίως τα διόδια της κωλοτριπίδας. Αυτό το απόρριμμα της ύπαρξης που θα γίνει κοπριά, λίπασμα ή χάμπουργκερ. 
Εδώ λοιπόν ο υποψήφιος λογίζεται ως κουράδα με δεξιότητες. Ένας λαμπρός μίσχος σκατού που θέλει πάση θυσία να μας εκπροσωπήσει. Να παλέψει για μας με άλλες κουράδες. Να παλέψει για τα συμφέροντά μας. Κι όλα αυτά όχι σε μαρμαρένια αλώνια αλλά σε χρυσοποίκιλτους βόθρους. Μια κουράδα έτοιμη να θυσιαστεί για μας, για τα παιδιά μας και τα σκυλιά μας. Μια ηρωική κουράδα με όραμα. Με όρεξη για δουλειά. Φυσικά για δουλειά. Πάντα για δουλειά. Διότι όλα γίνονται για τη δουλειά. Διότι η κουράδα φτιάχνει τους όρους δουλειάς των Άλλων, η κουράδα κάνει τον κοινωνικό έλεγχο πράξη. Διότι η κουράδα διαμορφώνει τα μεροκάματα και τις σχέσεις. Και άλλα πολλά. Μέσα στη διάφανη κυβισμένη κάλπη σταυρώνονται και επιλέγονται οι καλύτερες και πιο λαχταριστές μας κουράδες.
Αυτές που πέρασαν με άριστα όλους τους δείκτες αξιολόγησης και βγήκαν αστραφτερές και ρωμαλέες στην αγορά. Αυτές που θα έχουν λόγο από δω και μπρός για μας και για τις επιθυμίες μας και θα μας εκπροσωπήσουν μπροστά στον ύψιστο Ευρωπαίο σκατιάρη. Αυτές που μας εκκλησιάζουν διηνεκώς από τηλεοράσεως στειρώνοντάς μας γλυκά, διότι που να τρέχουμε τώρα να γαμάμε και να αποφασίζουμε για μας. Διότι ο εκκλησιασμός στη μια και μοναδική άποψη, έκανε κομπόστα τα γεννητικά όργανα, αυτά που λατρεύονταν σε κάποια μακρινή παγανιστική αρχαιότητα και ήταν ξόρκια του κακού και των κακών. 
Αυτά που γιάτρευαν τις αρρώστιες του μυαλού και της σάρκας και είχαν τη θέση τους στο εικονοστάσι του ανδρόγυνου ερωτισμού. Αυτά που οδηγούσαν στον Άλλο. Αυτά που δε φορούσαν ράσα και πετραχήλια. Αυτά που δεν κυκλοφορούσαν παράνομα σε κινητά και σκληρούς δίσκους αλλά συνομιλούσαν στην αγορά πριν την κατακλύσουν οι κουράδες. Στην αγορά πριν την αγοράσουν οι τραπεζίτες. Στην αγορά πριν την μαγαρίσει το κέρδος, ο ανταγωνισμός και ο τεχνοκράτης. Στην αγορά που η διαφωνία είχε ερωτισμό και δε μύριζε καμένη σάρκα και κρεματόρια.
Στην αγορά που είχε όλα τα χρώματα κι όλες τις ποικιλίες έτοιμα να ανθίσουν. Στην αγορά που δεν είχε σιδερολοστούς και γομάρια που προσβάλουν χυδαία τα ποτάμια, τις ελιές και τους ανθρώπους. Στην αγορά, που δεν εμπορεύονταν τον ανθρώπινο πόνο και την πείνα το μισαλλόδοξο ιερατείο. Στην αγορά που η ανάπτυξη δεν ήταν μπετόν και σιδερόβεργες και ξαπλώστρες στην παραλία. Στην αγορά που δεν είχε ευνουχισμένους ονειροπόλους νέους, που το μόνο τους βασικό πτυχίο είναι το φευγιό απ’ το πατρικό και το μόνο τους φρικαλέο όνειρο είναι να περνάν αυτοί καλά και οι άλλοι στ’ αρχίδια τους. 

Αυτούς τους νέους που παραμένουν άπραγοι, σε μιαν υστερική χαβαλέδικη παράλυση, μέσα στην πολιτική αμηχανία του δωματίου τους, μετρώντας τα πάντα με το χρήμα, αυτό το απόρριμμα της συσσωρευμένης αποχής απ’ την επιθυμία. Αυτό το χρήμα που διαχειρίζεται ο κοινοβουλευτικός στάβλος και οι εκλεγμένες κουράδες του. Αυτό το χρήμα που αλέθουν τα στομάχια των αρχιεπισκόπων και το ξερνάνε ως ελεημοσύνη στα πιάτα των φτωχών. Αυτό το χρήμα που ναυλώνει τα δουλεμπορικά στο Αιγαίο για να έρθουν στη Δύση ακόμα πιο φτηνά χέρια κι ακόμα πιο φτηνό κρέας για τα σκυλόψαρα της πολιτισμένης Ευρώπης που εκλέγει με άκρως δημοκρατικό τρόπο τις σπουδαίες κουράδες της.
Αυτό το χρήμα που κομματιάζει τις πάλλουσες καρδούλες και ασχημονεί εν λόγω, εν έργω και εν διανοία. Αυτό το χρήμα που όσο πολλαπλασιάζεται τόσο διαιρεί τους ανθρώπους. Αυτό το χρήμα που χρησιμεύει ως κωλόχαρτο των πλουσίων και ως αγχόνη των φτωχών. Αυτό το χρήμα που προστατεύουν τα καθεστώτα και οι κουράδες τους. Διότι για να φτάσεις στο χρήμα πρέπει να περάσεις μέσα απ’ τα σκατά. Να γίνεις σκατό στη θέση του σκατού και να βλέπεις όνειρα με σκατά. Γιατί ως γνωστόν όταν βλέπεις στον ύπνο σου σκατά παίρνεις λεφτά. Πολλά λεφτά.




Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Εκλογές: O μύθος της δημοκρατίας και η φιλελεύθερη ολιγαρχία

Πολλοί είναι αυτοί που ορίζουν ένα πολίτευµα ως δηµοκρατικό, µόνο και µόνο από το γεγονός ότι παρέχει στους πολίτες του το δικαίωµα να ψηφίζουν/εκλέγουν κυβερνήσεις οι ίδιοι, και ταυτόχρονα µπορεί να εγγυηθεί κατά κάποιον τρόπο µια στοιχειώδη ελευθερία του λόγου, του τύπου και της συνάθροισης. Στην πραγµατικότητα όµως, η δηµοκρατία είναι κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτό. Το γεγονός και µόνο ότι έχουµε το δικαίωµα να εκλέγουµε κάποιον που θ’ αποφασίζει για εµάς, δεν νοµιµοποιεί ταυτόχρονα και τον χαρακτηρισµό του σηµερινού καζίνου ως δηµοκρατία. Κάποτε ο Ρουσσώ (στο Κοινωνικό Συμβόλαιο) έλεγε ότι οι Άγγλοι γίνονται πολίτες µόνο µια φορά στα τέσσερα χρόνια, όταν καλούνται να ψηφίσουν, να εκλέξουν έναν ηγέτη που τους αντιπροσωπεύει. Αυτή η ηµέρα των εκλογών είναι και η µόνη που οι φωνές τους ακούγονται.
Μετά το τέλος όµως της διεξαγωγής των εκλογών, η δουλεία επιστρέφει, κι επιστρέφει διότι κανένας τους δεν µπορεί να παρέµβει ούτε στις αποφάσεις έχουν ληφθεί δημοκρατικά, αλλά ούτε και σ’ αυτές που θα λάβει η κοινοβουλευτική ολιγαρχία. Μένουν, λοιπόν, έρµαια των πολιτικών επιλογών των ολίγων που οι ίδιοι εξέλεξαν, δίχως τη δυνατότητα (αυτο)αναίρεσης και περαιτέρω συμμετοχής. Ωστόσο, βέβαια, και κυρίως µε βάση τα σηµερινά δεδοµένα, ούτε καν αυτή η µέρα των εκλογών δεν µπορεί να χαρακτηριστεί ως µια µέρα πραγµατικής ελευθερίας. Και αυτό διότι οι περισσότερες αποφάσεις κρίνονται µε βάση τις µαθηµατικές/οικονομικές εξισώσεις των αγορών. Ούτε καν από την κοινοβουλευτική ολιγαρχία! Εποµένως, ακόµα και η έννοια της φιλελεύθερης δηµοκρατίας ακούγεται άκυρη και μή αντιπροσωπευτική. Η πραγµατική ονοµασία του σηµερινού µας πολιτεύµατος θα έπρεπε να ονοµάζεται φιλελεύθερη ολιγαρχία, όπως πολύ εύστοχα την αποκαλούσε ο Κορνήλιος Καστοριάδης. [1]

Εν ολίγοις, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: για ποιόν λόγο να συμμετάσχει κανείς στην εκλογική διαδικασία από την στιγµή που τα πράγµατα δεν καθορίζονται µόνο από τους βουλευτές που εµείς νόµιµα έχουµε εκλέξει αλλά κυρίως από διάφορους µηχανιστικούς µαθηµατικούς/οικονοµικούς διεθνείς παράγοντες που ρυθµίζουν την παγκόσµια οικονοµία; Δεν έχουµε, λοιπόν, ν’ αντιµετωπίσουµε απλά και µόνο µια εκλεγµένη ολιγαρχία, αλλά µια οικονοµική δικτατορία εντός ενός καθεστώτος που για εντελώς τυπικούς και µόνο λόγους, χρησιµοποιεί κάποιες δηµοκρατικές έννοιες, όπως οι εκλογές.

Πολλοί από εµάς σκοπεύουν να ψηφίσουν έτσι ώστε «να µην πάει η ψήφος χαµένη». Ή µε το σκεπτικό πως «από το να βγει κυβέρνηση από µια µικρή µειοψηφία, είναι καλύτερα να ρίξω ψήφο διαµαρτυρίας – να στηρίξω το κόµµα που είναι το λιγότερο κακό ή αυτό που, αν και δεν µε εκφράζει, είναι πάντως “πιο κοντά” σε µένα». Όλες αυτές οι αντιλήψεις αποδεικνύουν περίτρανα τον θλιβερό εγκλωβισµό του  ψηφοφόρου (και ολόκληρου του Κυρίαρχου Λαού…) εντός µιας φυλακής όπου ο  καθένας µπορεί να πει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι αλλά έως την εβδόµη βραδινή – ώρα κατά την οποία το πανηγύρι ελευθερίας και η αυταπάτη περί λαϊκής κυριαρχίας  τελειώνει και ο κόσµος, από προαυλιζόµενος στα εκλογικά κέντρα των υποψηφίων και τα εκλογικά τµήµατα, επαναµετατρέπεται σε έγκλειστος και τηλεοπτικο-αυνανιζόµενος.
Ποιά δυνατότητα έκφρασης δίνει η σηµερινή (κατ’ επίφαση) δηµοκρατία σ’ αυτόν που διαφωνεί µε το ίδιο το πολιτικό σύστηµα ή ακόµη και µε την αντιπροσωπευτική δηµοκρατία καθαυτή; Ποιά δυνατότητα συµµετοχής στη λήψη αποφάσεων (που ρυθµίζουν την ίδια του τη ζωή) έχει ο πολίτης, πέρα από τη συµβολική ρίψη ενός κωλόχαρτου σε ένα κουτί, κάθε τέσσερα (ή όσα βολεύει το σύστηµα) χρόνια; Οι  εκλογές δεν αποτελούν τίποτε παραπάνω από την ψευδαίσθηση της συµµετοχής, παράλληλα µε την καλλιέργεια της ηθικής της συλλογικής  ευθύνης. «Αφού πρώτο κόµµα ήταν το τάδε, δεν µπορείτε να µιλάτε για σύγχρονη µορφή χούντας, καθώς ο λαός µίλησε».  Ο λαός, λοιπόν, σύµφωνα µε τους υφιστάµενους εξουσιαστικούς θεσµούς, είναι ένα χειραγωγήσιµο αντικείµενο (ούτε καν υποκείµενο) το οποίο, είτε µε την ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων, είτε µε την αναγκαστική έκθεσή του σε εκβιαστικά διληµµάτα, έχει τη δυνατότητα να κινηθεί «ελεύθερα» µεν αλλά περιοριζόµενος σε δύο διαστάσεις σαν καρικατούρα ενός ξένου προς αυτόν σχεδιαστή.


Πηγή