Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

11 Νοεμβρίου 1887: Εκτελούνται οι «Μάρτυρες του Haymarket»


Μια από τις πιο σημαντικές ημερομηνίες για το αναρχικό και το εργατικό κίνημα θεωρείται η 11/11, αφού σαν σήμερα το 1887 έρχονται αντιμέτωποι με τη θανατική ποινή οι τέσσερις αναρχικοί που είχαν κατηγορηθεί άδικα για το θάνατο ενός αστυνομικού από βόμβα στα επεισόδια του Haymarket ενάμιση χρόνο νωρίτερα. Οι August Spies, Albert Parsons, Adolph Fischer, George Engel, που πρωτοστάτησαν στην ιστορική πρωτομαγιά του 1886 θα αναδειχθούν σε ήρωες του Αναρχισμού, με την Emma Goldman να έχει δηλώσει πως αποτέλεσαν «την πιο κρίσιμη επιρροή στην ύπαρξή της».
Στις 4 Μαϊου του 1886 τα εργατικά σωματεία του Σικάγο οργανώνουν συγκέντρωση στην πλατεία Haymarket με αφορμή την αστυνομική βία που είχε ξεσπάσει τις προηγούμενες μέρες ενάντια στο κίνημα του οχτάωρου, με αποκορύφωμα τις δολοφονίες απεργών από την ιδιωτική εθνοφρουρά Pinkerton στη φάμπρικα McCormick.
Το συλλαλητήριο ξεκινάει ομαλά, με τον Spies να ξεκαθαρίζει στην ομιλία του πως «δεν έχουμε σκοπό να ξεκινήσουμε επεισόδια, παρά τις πολεμικές προετοιμασίες των αυτοαποκαλούμενων δυνάμεων του νόμου και της τάξης.»
Ωστόσο, τα επεισόδια ξεσπούν όταν οι αστυνομικές δυνάμεις θα προσπαθήσουν να διαλύσουν τη συγκέντρωση και κάποιος, άγνωστος μέχρι σήμερα, θα πετάξει μια αυτοσχέδια βόμβα προς το μέρος τους, σκοτώνοντας τον Mathias J. Degan. Η αστυνομία απαντάει άμεσα, πυροβολώντας προς όλες τις κατευθύνσεις, σκοτώνοντας και τραυματίζοντας πάνω από 50 διαδηλωτές αλλά και συναδέλφους. Το συγκεκριμένο περιστατικό θεωρείται πως παρήγαγε για πρώτη φορά το στερεότυπο του αναρχικού που πετάει βόμβες.
Τις επόμενες μέρες συλλαμβάνονται οκτώ αναρχικοί, οι περισσότεροι γερμανικής καταγωγής, που κατηγορούνται ως ηθικοί αυτουργοί της δολοφονίας του Degan, με τη δικαιολογία ότι οργάνωσαν τη συγκέντρωση. Ο αμερικανικός τύπος έρχεται να πολώσει ακόμα περισσότερο την κατάσταση, χαρακτηρίζοντας τους κατηγορούμενους «αιμοσταγή κτήνη,» «κόκκινα καθάρματα,» «δειλούς,» «κλέφτες,» «δολοφόνους» και «δαίμονες.» Σε άρθρο τους με τίτλο «Το κόκκινο χέρι της Αναρχίας» οι New York Times περιγράφουν το περιστατικό ως το «ματωμένο καρπό της εγκληματικής διδασκαλίας των αναρχικών.» Ο Edward Aveling, γαμπρός του Karl Marx, θα απαντήσει στα δημοσιεύματα αυτά σημειώνοντας πως «σε περίπτωση που αυτοί οι άντρες κρεμαστούν, θα ευθύνεται η Chicago Tribune.»

Η δίκη, που έχει χαρακτηριστεί μια από της πιο σοβαρές κακοδικίες στην ιστορία των ΗΠΑ, θα καταδικάσει και τους οκτώ αναρχικούς, στέλνοντας τους εφτά στην αγχόνη χωρίς να υπάρχουν στοιχεία που να τους συνδέουν με τη βόμβα. Το κατηγορητήριο μιλάει για συνωμότες που δεν αποθάρρυναν το δράστη και άρα είναι το ίδιο υπεύθυνοι. Ο αδερφός του Parsons, θα προσκομίσει στοιχεία που συνδέουν πράκτορες της Pinkerton με την επίθεση, μια εκδοχή που ενστερνιζόταν η πλειοψηφία της εργατικής τάξης.
Μάλιστα, το 1893 ο κυβερνήτης του Illinois θα αθωώσει τους κατηγορούμενους (τους περισσότερους μετά το θάνατό τους), θεωρώντας ως ηθικό αυτουργό την ατιμωρησία των δολοφονιών της Pinkerton που οδήγησαν στο Haymarket. Από τους εφτά μελλοθάνατους, οι δύο (Michael Schwab και Samuel Fielden) αποδέχονται τις κατηγορίες και καταδικάζονται σε ισόβια, ενώ ο Louis Lingg αυτοκτονεί στο κελί του μια μέρα πριν τον απαγχονισμό. Στις 11 Νοεμβρίου, οι Spies, Parsons, Fischer και Engel οδηγούνται στην κρεμάλα τραγουδώντας τη «Μασσαλιώτιδα» και τον ύμνο της Διεθνούς.
Σύμφωνα με καταγραφές, μερικές στιγμές πριν κρεμαστεί, ο Spies θα ξεφωνίσει: «Θα έρθει ο καιρός που η σιωπή μας θα είναι πιο δυνατή από τις φωνές που πνίγετε σήμερα» και είναι χαραγμένα στη βάση του μνημείου που βλέπουμε στη φωτογραφία.


Πηγή

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Εθνικά υπερφίαλοι, κοινωνικά ηττημένοι

Αναδημοσίευση απο τον ιστιότοπο της Βαβυλωνίας ενός αρθρου του Α.Αργυριάδη ( Διδάκτωρ Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας) (http://www.babylonia.gr/news/topika-nea/koinonika-kinimata/oi-dyo-opseis-tou-nomismatos-ethnika-yperfialoi-%E2%80%93-koinonika-ittimenoi.html)

Με αφορμή την κρίση, την κυβέρνηση συνεργασίας, την εθνική υπερηφάνεια ας ξαναθυμηθούμε πως φτάσαμε ως εδώ, μια ψυχοκοινωνική προσέγγιση.
Είναι βαριά- βαριά ή ήττα σου τσολιά…
Την τελευταία δεκαετία γίναμε ολοένα και περισσότερο μάρτυρες μιας σειράς γεγονότων, τα οποία μέσα από την ασημαντότητα τους, ανέβασαν ψηλότερα τον πήχη του υπερφίαλου εθνικοπατριωτικού μεγαλείου. Οι «εθνικές» πρωτιές της Ελλαδίτσας, που ξαφνικά την μεταμόρφωσαν ως «Ελλαδάρα», σε πάσης φύσεως αθλητικούς αγώνες ή μουσικούς διαγωνισμούς, ήταν πλέον η μόνη περίπτωση ανάδειξης του εθνικού μεγαλείου. Ενώ την ίδια στιγμή, η κοινωνία, ηττήθηκε σε πολιτικό, οικονομικό και ανθρώπινο επίπεδο.


Ειναι βαριά-βαριά η ήττα σου τσολιά

Χρειάστηκε μια Ελλάδα νικητής ως άλλοθι, για να συντηρηθεί ο μύθος και η νοοτροπία του Ελληναρά, αυτού του υπερβατικού όντος με το εθνικό μεγαλείο της χλαμύδας και του φιλότιμου της φουστανέλας. Το να ξαναειπωθεί ότι μια κοινωνία στην εποχή της ασημαντότητας της, επιλέγει τον πιο εύκολο δρόμο, αυτόν την κενότητας, θα ήταν απλά μια ακόμα γραφική κοινοτυπία, την οποία γνωρίζουμε όλοι .
Άλλωστε ο εθνικός μεγαλοϊδεατισμός, κρύβει μέσα του μια ενδελεχή υποκρισία και μια γνωστική ασυμφωνία: Αυτή της δικαιολόγησης του ένδοξου παρελθόντος, με το άδοξο παρόν και το πιο αβέβαιο μέλλον. Όπως σε όλες τις ψυχικές διαταραχές (ατομικές ή ομαδικές), η συγκάλυψη της αναντιστοιχίας λειτουργεί ως εσωτερικός καταπιεστής, ο οποίος εξωτερικεύεται συλλογικά ως εθνικό ασυνείδητο.
Οδηγηθήκαμε λοιπόν σε μια χαρακτηριστική περίπτωση ψυχοκοινωνικής ασυμβατότητας. Από την μία έχουμε την εθνική χλιδή της Ελληνικής νίκης, με υπερήρωες, άτλαντες και τιτάνες. Και από την άλλη να αποκρύπτεται συστηματικά η σκληρή καθημερινότητα της ανεργίας των απολύσεων της ανισότητας, του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και της κοινωνικής υποχώρησης σε όλους τους τομείς, από δικαιώματα και κεκτημένα. Μόνο που αυτή η άγρια πραγματικότητα δεν ενδιέφερε κανέναν πατριώτη, ειδικά δε όταν δεν έπληττε τον εθνικό μεγαλοϊδεατισμό, μιας Ολυμπιάδας, ενός Eurobasket ή μιας Eurovision. Ο αθλητισμός ανέκαθεν αποτελούσαν το μεγαλύτερο άλλοθι για την ανάδειξη του εθνικού μεγαλείου, ο οποίος συντήρησε φασιστικές δικτατορίες, στρατιωτικές χούντες και «λαϊκές» ή αστικές δημοκρατίες. Όπως και ο πατριωτισμός έτσι και η εθνική έπαρση δεν θα υπήρχαν εάν δεν υπήρχε η φυλή, το έθνος και το κράτος ως ιδεολογικός μηχανισμός. Φυσικά η Ελληνική περίπτωση διακατέχεται και από κάποια στοιχεία μοναδικότητας σε σχέση με την φύση του εθνικοπατριωτικού μεγαλοϊδεατισμού της.
Οι Έλληνες έχουν μόνο ένδοξη προϊστορία, κρυμμένη μυθιστορία, ηρωική ιστορία και ασήμαντο σήμερα. Για τα του παρελθόντος καυχιούνται αποκλειστικά, διαμέσου μιας απροσδιόριστης, φασίζουσας αρχαιολατρίας. Στην συλλογική συνείδηση του Ελληναρά είναι ανεξίτηλα γραμμένη η ρήση που αποτελεί την κορωνίδα της εθνικής αυταρέσκειας και αυτοεπιβεβαίωσης: «Όταν οι Έλληνες έχτιζαν Παρθενώνες, οι άλλοι ήταν ακόμα στα σπήλαια». Φυσικά δεν θέλει να παραδεχτεί ότι τα Ελληνόπουλα αρκετές φορές δεν μπορούν ούτε την βάση να πιάσουν και απορεί γιατί την σημαία σηκώνουν «οι ξένοι», διότι καθ’ αυτούς πως ο παν μην Έλλην βάρβαρος!, Αρίστευσε? Φαίνεται πως στην χώρα που γέννησε την δημοκρατία ή έννοια της ισονομίας είναι αποκλειστικό προνόμιο μόνο των ντόπιων ιθαγενών κατοίκων.
Μόνο έτσι μπορεί ο σημερινός Έλληνας, ο ήρωας του βυζαντίου, της Αλβανίας, της μεταπολίτευσης, αυτός που κράτησε Θερμοπύλες, να ξεπεράσει το γεγονός ότι ξέμεινε πίσω στο παρελθόν. Ο σύγχρονος νεοέλληνας όμως είναι μια μεταμοντέρνα μετάλλαξη δυτικών και ανατολίτικων πολιτισμικών στοιχείων κατά το δοκούν, δεν είναι στην πλειονότητα του παρά ακοινωνικός, απληροφόρητος, ανιστόρητος και ημιμαθής. Γιαυτό και ενώ αναπολεί την αρχαία Ελλάδα, θέλει να γίνει «σαν Αμερικάνος και να του αρέσει στα κρυφά και ο Μητροπάνος» για να δανειστώ τους στίχους ενός τραγουδιού. Ο σημερινός Τσολιάς μπορεί να περηφανεύεται για το εθνικό του μόριο, κραυγάζοντας μόνο μπροστά στην τηλεόραση, παρακολουθώντας εκστατικά την κίνηση μιας μπάλας ή μιας χορογραφίας. Να κοινωνικοποιείται μόνο μετά την νικηφόρα λήξη ενός παιχνιδιού ή ενός διαγωνισμού, φωνάζοντας ακατάληπτα σεξιστικά ή ρατσιστικά συνθήματα. Και τέλος να αναπτύσσει μια αγελαία εθνική συμπεριφορά νίκης. Ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός σε όλο του το μεγαλείο. Διότι είναι βαριά – βαριά η χούντα του τσολιά.
Αλλά η νίκη & η επιστροφή των ηρώων με την πολυπόθητη κούπα ή το πρώτο βραβείο, ήταν ικανή από μόνη της ως θεαματική εκτόνωση να συγκαλύψει την κοινωνική υποταγή μέσω των δανειακών συμβάσεων, τον σεξισμό, τον ρατσισμό και την φυλετική έπαρση που καλλιεργείται όχι υπόγεια πλέον αλλά στο προσκήνιο του εθνικοπατριωτικού lifestyle. Μόνο έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί η χρήση του «εθνικού συμβόλου» από καθωσπρέπει Ελληναράδες οπαδούς της εθνικής ή «υπερπατριώτες» φασίστες που επικαλούνται την αναγκαιότητα της φυλετικής καθαρότητας την απέλαση των μεταναστών, τους ξυλοδαρμούς όσων δείχνουν ή είναι διαφορετικοί πολιτικά, σεξουαλικά, για μια απροσδιόριστη υπεράσπιση της εθνικής συνείδησης μέχρι θανάτου.
Εξάλλου ο φασιστικός υπερεθνικισμός δεν είναι άλλο παρά η αδιοχέτευτη λίμπιντο του κάθε πατριώτη. Αυτή η ξέφρενη εθνική βαρβαρότητα που μεταφράζετε σε ηρωισμό. Στην βάση αυτή η βίαιη συμπεριφορά απενοχοποιείται έστω και αν αυτή τραυματίζει θανάσιμα πολλές φορές μετανάστες, νεολαίους και γενικά όσους φαίνονται διαφορετικοί. Ειδικά δε, σε περιπτώσεις όπου αυτή η πολυπόθητη νίκη δεν ήρθε, η βαρβαρότητα βαφτίζεται ως «συναισθηματικό ξέσπασμα» για να εκλογικευτεί στην συνέχεια με έναν πιο εύπεπτο τρόπο. Οι περιπτώσεις αυτές που προσβάλουν την κοινωνία και τον άνθρωπο, συνήθως όχι μόνο αποκρύπτονται αλλά και συγχωρούνται, ειδικά όταν γίνονται κάτω από την ελληνική σημαία ή την επίδραση της νίκης που είναι μόνο Ελληνική. Το ενδεχόμενο ήττας αποτελεί κατάφορα έναν ανθελληνικό δάκτυλο, μια σκοτεινή συνομωσία. Σε αντίθεση φυσικά με την γενική κατακραυγή από τα ΜΜΕ, όταν για συμβολικούς λόγους καίγεται, σκίζεται ή καταστρέφεται η σημαία, ως πράξη ενάντια στον ρατσισμό, την καταστολή ή τον φασισμό. Ο συμβολισμός τότε γίνεται ασυδοσία και προβάλλεται ως δημόσια προσβολή.

Η συστράτευση της αστυνομίας και της χρυσής αυγής στοχεύει στον γενικευμένο έλεγχο που είναι αδιαμφισβήτητα υπαρκτός σε όλη την καθημερινότητα του πολίτη και δεν έχει στόχο την εξάλειψη της «βίας» ή της «παραβατικότητας», αλλά την ισχυροποίηση με όρους εγκλεισμού του πολίτη μέσα σε ένα κοινωνικό ιδρυματισμό ανάλογο ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης (άλλωστε τα μέλη της χρυσής αυγής αυτό δεν νοσταλγούν);Άλλωστε είναι ηλίου φαεινότερων ότι “τα παιδιά των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας” μοιάζουν πολύ με τους καραφλούς υπερπατριώτες της “Χρυσής Αυγής”, στον σωματότυπο, τον τσαμπουκά, το μίσος, τη βία, τον ανδρισμό, τον σεξισμό και τον ρατσισμό. Ας μην ξεχνάμε ότι τα τάγματα ασφαλείας ανέκαθεν υπήρξαν για να καταργούν και όχι να διαφυλάσσουν την δημοκρατία.
Από τις κάμερες στους δρόμους, στην τράπεζα, το metro & το ψιλικατζίδικο της γειτονίας, έως τον «στρατιωτισμό» των αστυνομικών δυνάμεων ως φυσική παρουσία σε κάθε γωνιά ή πλατεία των αστικών κέντρων δεν είναι απλά για να υπενθυμίζουν ότι υπάρχουν, αλλά για να θυμίζουν ότι τα «ΜΑΤ δεν αργούν και δεν ξεχνούν», όπως μου φώναξε ένας άντρας τον αστυνομικών δυνάμεων καθώς περνούσαμε μεταφέροντας μια κυρία σε σοκ από την γενικευμένη θηριωδία που συνέβαινε στις 28 Ιουνίου 2011 προς τον σταθμό Α Βοηθειών της Πλατείας Συντάγματος. Είναι κάτι περισσότερο από δεδομένο ότι η ύπαρξη τους, έχει μια μονοσήμαντη σχέση εκτός του να υπηρετούν την εξουσία, την επιχειρησιακή τους αυτοτέλεια, που σε συνάρτηση με την πολιτική ανοχή σημαίνει ατιμωρησία.
Η καταστολή και η αστυνομική βία δεν είναι γενικευμένη και αντικειμενική όπως προσπαθούν να περάσουν ευρύτερα οι ιδεολογικοί συνεργοί και απολογητές του συστήματος και ούτε πρόκειται για μια βεντέτα μεταξύ αναρχικών – χρυσής αυγής, αλλά Θεσμού (ΜΑΤ) και Κοινωνίας, όπως είδαμε και συνεχίζουμε να βλέπουμε στις επιχειρήσεις σκούπα στην Πλατεάι Συντάγματος. Οι κατασταλτικές δυνάμεις δείχνουν τον ίδιο ζήλο, και επαγγελματισμό μόνο σε όλους όσους διαμαρτύρονται ενάντια στο καθεστώς: Συμβασιούχοι, δάσκαλοι, άνεργοι, απολυμένοι, φοιτητές, την κοινωνία ολόκληρη στις 15 &, 21 Μαίου, 28 & 29 Ιουνίου, 3 Σεπτεμβρίου, 18-19 Οκτωβρίου 2011. Το ίδιο όμως δεν ισχύει προς τα παιδιά τα «δικά τους», που δρουν επικουρικά προς αυτούς: Χαφιέδες, δοσίλογοι, τραμπούκοι, εξαγριωμένοι πολίτες, φανατικοί χριστιανοί και υπερπατριώτες. Η ύπαρξη τους δεν αποτελεί την απόδειξη «δημοκρατικής πολυφωνίας» αλλά νίκη του λαικοχριστιανικού συντηρητισμού και της οπισθοδρόμησης. Όλος αυτός ο νεοχαζός συρφετός των ακροδεξιών, που μπορούν ατιμώρητα να μαχαιρώνουν, δολοφονούν και να λυντσάρουν κατά το δοκούν των αντικοινωνικών τους ιδεών (όπως έγινε πρόσφατα στα τέλη Οκτώβρη με την επίθεση σε μετανάστη που πουλούσε Ελληνικές σημαίες), πρόκειται για μια συμμορία αποτελούμενη από άτομα χαμηλού νοητικού (πολιτικά) & κοινωνικού (συμβιωτικά) επιπέδου, οπισθοδρομικά και ομοφοβικά. Με αφετηρία τον εθνοκεντρισμό, τα άτομα αυτά βιώνουν την μισαλλοδοξία μιας ανύπαρκτης φυλετικής, ή πατριωτικής ανωτερότητας που τους διαχωρίζει από τις πρωταρχικές κοινωνικές & οργανικές αξίες της συνεργασίας, της συμβίωσης και της αλληλεγγύης.
Το ερώτημα πλέον δεν τίθεται για την Ελλάδα αλλά για ποια Ελλάδα?
Κάθε όψη αυτού του εθνικού μεγαλείου φαντάζει αποκρουστική. Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη το έθνος, την φυλή ή την πατρίδα. Όλες αυτές, είναι έννοιες ξεπερασμένες και ανθρωποφάγες. Σε οικονομικό επίπεδο έχουν ξεπεραστεί από την κυριαρχία, αλλά σε ιδεολογικό επίπεδο διατηρούνται ως άλλοθι για να θυμίζουν τον πάλαι ποτέ ισχυρό κοινωνικό ιστό του κράτους-έθνους. Η κοινωνία χρειάζεται να επανακαθορίσει τις ανάγκες της με βάση την αλληλεγγύη και την συνεργασία, με στόχο την απελευθέρωση της. Όπως δεν υπάρχουν «φιλήσυχοι» φασίστες, έτσι δεν υπάρχουν αμέτοχοι πολίτες.
Ο εθνοκεντρισμός εκτός από υπερφίαλος ή γραφικός είναι κοινωνικά αποκρουστικός & πολιτικά αποτρόπαιος. Εάν η Ελλάδα θέλουν να είναι αυτή των Ελλήνων αστυνομικών, των «ρουφιάνων, των δολοφόνων και των βασανιστών» για να υπενθυμίσω ένα σύνθημα που φώναζαν σχεδόν όλοι στις 28-29 Ιουνίου 2011, των γερμανοτσολιάδων ή των μεταδιδακτορικών χαφιέδων, αυτό δεν ενδιαφέρει παρά μια μικρή παρελθοντολογική μειονότητα, η οποία αποχαυνωμένη παρακολουθώντας τηλεοπτικές εκπομπές εθνικοπατριωτικού telemarketing, περιμένει να ξυπνήσει ο μαρμαρωμένος βασιλιάς για να ξαναζήσει το μεγαλείο της. Μιας ισχνής μειοψηφίας που δεν μπόρεσε να κατανοήσει το σύνθημα των πλατειών «ότι η χούντα δεν τελείωσε το 73» διότι δεν της φαίνεται αυτό λογικό αφού νομιμοποιήθηκαν οι κομουνιστές, γέμισε ο τόπος μετανάστες, έκλεισαν τα μακρονήσια και πλέον δεν σε επανεντάσουν στην κοινωνία με τον θεραπευτικό τρόπο της φάλαγγας, πως δεν έχουμε δημοκρατία?. Είναι οι ίδιοι που συγχαίρουν τον Κορκονέα που σκότωσε τον 15 χρόνο αλήτη μόνο και μόνο γιατί κυκλοφορούσε στα Εξάρχεια ή την επίσκεψη «πάτερα» της εκκλησίας στον φυλακισμένο «αγωνιστή» Ντερτιλή και θεωρούν ότι ο Καρατζαφέρης είναι πολύ διαλλακτικός.
Εάν κάποιοι θέλουν η κοινωνία να μεταβληθεί στην Ελλάδα του ελληνορθόδοξου χριστιανισμού, αυτού του ιδιότυπου φονταμενταλισμού, που κάτω από τον μανδύα της αρετής προβάλει τον κοινωνικό αναχρονισμό, τότε να παραμείνουμε «ΑΘΕΟΙ». Όσο ο εθνικισμός θα βαφτίζεται ως υπέρτατη κοινωνική αξία προτρέποντας τον διαχωρισμό των ανθρώπων βάση του γένους, της φυλής ή του έθνους, να συνεχίσουμε να παραμένουμε «ΑΠΑΤΡΙΔΕΣ». Και φυσικά εφόσον η δημοκρατία μια μικρής αστικής μειοψηφίας που σφετερίζεται την δύναμη των πολλών προς χάρη των συμφερόντων των λίγων, που βαφτίζει τους κοινωνικούς αγώνες τρομοκρατία και τους κοινωνικούς αγωνιστές τρομοκράτες, που στέλνει στην ανεργία μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, να παραμείνουμε πολιτικά «ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ». Επιστρέφοντας έτσι τον συμβολισμό και τον ιδεολογικό χειρισμό στην εκφορά του λόγου της κυρίαρχης ρητορικής.

Δεν χρειαζόμαστε χλαμύδα, φουστανέλα, τσαρούχι φούντα ή φέσι για να βρούμε το δικό μας μεγαλείο. Είμαστε εκτός του εθνικού οράματος και της συναίνεσης του, που οδηγεί στην νέα δανειακή σύμβαση ή σε μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας ή συνεργασίας». Είμαστε επισφαλής εργαζόμενοι, άνεργοι, μετανάστες μα προπαντός είμαστε όλοι αγανακτισμένοι, αντιστεκόμενοι και αλληλέγγυοι. Παραφράζοντας τα δικά τους υπερφίαλα «δυνατά και Ελληνικά» λόγια, μπορεί να μην είναι ακόμα ο «καιρός γαρ εγγύς». Αλλά όταν αυτή η στιγμή έρθει, δεν θα είναι για την επανίδρυση του κράτους-έθνους, ούτε για την επιστροφή στην δραχμή, αλλά για την κοινωνική απελευθέρωση. Αρκεί η ίδια η κοινωνία να το θελήσει. Αλλιώς θα παραμείνει εθνικά υπερφίαλη και κοινωνικά ηττημένη.
Εφόσον θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία – πόσο μάλλον η δημοκρατία – είναι ξεκάθαρο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει εκ του ασφαλούς, φιλήσυχα και από τον καναπέ. Η Άμεση Δημοκρατία αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία να αλλάξουμε όχι με όρους Αρχαιολατρικούς επιστρέφωντας στο νοσταλγικό παρελθόν, αλλά με όρους κοινωνικούς πέρα από την ξύλινη γλώσσα της ιδεολογίας και την θρησκεία του κομματικού ιερατείου της. Γι αυτό πριν κατηγορήσετε τα «παιδιά με τα μακριά μαλλιά, και τα μαύρα ρούχα που τους έλεγαν αλήτες», αναρωτηθείτε που ήσασταν εσείς όταν «τα παιδιά αυτά που τα έλεγαν αλήτες» πρότασσαν τα σώματα τους ενάντια στην συστημική – φασιστική βία που είναι το ίδιο και το αυτό. Διότι είναι τουλάχιστον αφελές και υποκριτικό «να καταδικάζετε η βία από όπου και αν προέρχεται» μιας και «φιλήσυχοι φασίστες» δεν υπήρξαν και δεν θα υπάρξουν ποτέ. Αντίθετα οι φιλήσυχοι και ευυπόληπτοι πολίτες με την παθητικότητα τους από τον καναπέ, επέτρεψαν να γίνουν τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, και να φτάσουμε σήμερα εδώ που φτάσαμε να περιμένουμε ως κοινωνία την επόμενη δόση. Ας μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό, Αντίθετα αντί να περιφερόμαστε ως έθνος «εξαρτημένων» μνημονιομανών, να επανδιεκδικήσουμε την κοινωνική μας αξιοπρέπεια και ελευθερία. Είναι δεδομενο λοιπόν ότι αντί για κυβέρνηση “εθνικής” σωτηρίας, να ζητήσουμε καθολική πολιτειακή αλλαγή.


Αργύρης Αργυριάδης

Από:  Σχολιαστές Χωρίς Σύνορα

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Η απόπειρα ανατίναξης της βουλής το 1907



14 χρόνια μετά την καθολική πτώχευση του 1893, 10 χρόνια μετά την οδυνηρή ήττα στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και 9 χρόνια μετά την επιβολή διεθνούς οικονομικού ελέγχου από τους τραπεζίτες του 1898, η Ελλάδα των 2.631.952 κατοίκων διέθετε ζωτικό χώρο εκτάσεως 63.211 km². Οι υπήκοοι του βασιλείου, με σκληρή εργασία είχαν καταφέρει να έχουν πλεονασματικό προϋπολογισμό. Έτσι η ζωή άρχισε να κυλά χαρωπά, δηλαδή οι λίγοι κι εκλεκτοί προόδευαν και γίνονταν πλουσιότεροι, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος έκανε το σκατό του παξιμάδι, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα χάντρες, καθρεπτάκια και την ζωή των Βαυαρών πριγκίπων σε τακτικές συνέχειες των εντύπων, η φαιδρά πορτοκαλέα εξαπλωνόταν ακάθεκτη στην γη της ψωροκώσταινας και η Βουλή συνεδρίαζε νυχθημερόν για να παράξει "θεάρεστο" και απαιτούμενο από τους πατρόνες και δανειστές της, "έργο".

Την ημέρα που οι εκπρόσωποι του λαού (σικ) με την φράγκικη συμπεριφορά και αμφίεση, συνεδρίαζαν εις το κτήριο της Βουλής και παρακολουθούσαν (σικ) την εισήγηση του υπουργού περί των οικονομικών Σιμόπουλου, ο οποίος, και παρά τον πλεονασματικό αποτέλεσμα του προηγουμένου κρατικού προϋπολογισμού, απαριθμούσε με βαριεστημένο ύφος νέες περικοπές και επώδυνα νέα μέτρα φορολόγησης του πόπολο. Κατά την προσφιλή τους συνήθεια, οι περισσότεροι βουλευτές έπιναν καφέ στο καφενείο της Βουλής, κάποιοι εκοιμώντο και οι υπόλοιποι εχασμώντο.

Αίφνης, την γαλήνη της σουρεαλιστικής αυτής εικόνας, διέκοψε ο ήχος της πτήσης φυσιγγίου δυναμίτιδος περιτυλιγμένου με χαρτί εφημερίδας και ο γδούπος της προσγείωσής του στο πάτωμα της Βουλής, εν μέσω των θέσεων των βουλευτών του Εθνικού κόμματος. Συνάμα, η αίθουσα γέμισε καπνό και την χαρακτηριστική έντονη μυρουδιά από την καύση της θρυαλλίτιδος της αυτοσχέδιας χειρο-βομβίδας. Οι περισσότεροι από τους εθνοπατέρες, δεν αντιλήφθηκαν - άμεσα - το τι είχε συμβεί διότι, όπως ανέφερα προηγουμένως, έπαιρναν τον ύπνο τους στα ακριβοπληρωμένα έδρανα, αλλά επιτέλους κάποια στιγμή, εις εξ αυτών, ο Λεώπουλος, ξύπνησε από τον ύπνο του δικαίου και, έντρομος, φώναξε.

"Μπόμπα! Προς Θεού! Μπόμπα"!

Το τι έγινε τότε, είναι δύσκολο να περιγραφεί. Οι βουλευτές, μισοκοιμισμένοι - μισοξύπνιοι, προσπάθησαν να βγουν από την αίθουσα ομαδόν και κοπαδοειδώς, σαν μία επ' απειλή αγέλη. Οι πόρτες της εξόδου, όμως, φράκαραν από τους όγκους των λιπαρών και καλοθρεμμένων επισπευδόντων ηγητόρων και τότε έγινε λαϊκό δημώδες "πατείς με - πατώ σε". Ο πρόεδρος της Βουλής, διαγκωνίζοντας και διαγκωνιζόμενος, φώναζε:

"Ο φρούραρχος να κλείσει τις πόρτες εξόδου των λαϊκών θεωρείων. Να συλληφθεί αμέσως ο δράστης".

Όμως, φευ, ο φρούραρχος, λοχαγός του πυροβολικού Ταρσούλης απουσίαζε και τοιουτοτρόπως, τα θεωρεία εν ριπή οφθαλμού εκκενώθηκαν, από τους έτσι κι αλλιώς, ελάχιστους θαμώνες / μισθοδοτούμενους χειροκροτητές. Βλέπετε, μέσα στην χάβρα των Ιουδαίων η οποία δημιουργήθηκε, μόνο ένας η δύο, από τους βουλευτές αντιλήφθησαν, καθυστερημένα έστω, ότι η θρυαλλίς (το φυτίλι) είχε αποκοπεί από το φυσίγγιο της δυναμίτιδος από την πρόσκρουση της στο έδαφος και έτσι δεν υπήρχε, κανένας απολύτως κίνδυνος έκρηξης.

 Εν τω μεταξύ, απόντος του φρουράρχου, αλλά και της φρουράς, αναθαρρημένοι από την διαπίστωση ότι δεν κινδύνευε η σωματική τους ακεραιότητα από μια έκρηξη, οι Λαζάνης και Στάης εφόρμησαν προς τα λαϊκά θεωρεία του 3ου ορόφου, όπου πιθανολογούσαν ότι από εκεί ερρίφθη η δυναμίτιδα. Όταν κατάφεραν να υπερσκελίσουν το εμπόδιο της ανηφορικής διαδρομής το οποίο είχε σύμμαχο το μεγάλο τους σωματικό βάρος και έφθασαν εκεί, τα βρήκαν άδεια, εκτός από ένα πτωχικά ενδεδυμένο άτομο, το οποίο στεκόταν πίσω από ένα παράθυρο του θεωρείου, με μια διπλωμένη εφημερίδα στα πόδια του. Αμέσως τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο γραφείο του διευθυντού της Βουλής, όπου ξεδιπλώνοντας την εφημερίδα, ανακάλυψαν 4-5 ακόμη φιτίλια κατάλληλα για την ανάφλεξη μασουριών δυναμίτιδας και ένα ακόμη μασούρι.

Τότε, ο υπουργός των Εσωτερικών, Καλογερόπουλος, συνεπικουρούμενος από τον γενικό εισαγγελέα Λυκουρέζο, άρχισαν να τον ανακρίνουν και ανακάλυψαν την ταυτότητά του. Ονομαζόταν Ανδρέας Παπαμικρόπουλος, εκ Πατρών, και ήταν διδάσκαλος του πτωχοκομείου, ετών 40 και άγαμος. Στις επίμονες όμως ερωτήσεις των ανακριτών, αυτός δεν παραδέχoνταν την ενοχή του, παρά την κατ’ αντιπαράσταση εξέταση των υπαρχόντων μαρτύρων, οι οποίοι βεβαίωναν ότι μόνο αυτός στεκόταν στο σημείο από το οποίο εκτοξεύτηκε η εκρηκτική ύλη.

Μέσα στην απελπισία του για την άκαρπη τροπή της ανακρίσεως, ο γενικός εισαγγελέας, του οποίου η εντολή της κυβερνήσεως ήταν να αποσπάσει γρήγορη και σαφή ομολογία από τον ύποπτο για την βομβιστική ενέργεια, χρησιμοποίησε τα μεγάλα μέσα. Είχε προηγουμένως μάθει ότι, ο Παπαμικρόπουλος λόγω της οικτρής του οικονομικής καταστάσεως, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει το μικρό δωμάτιο, το οποίο μοιραζόταν με 3 ακόμη συγκατοίκους, στο ξενοδοχείο 5ης κατηγορίας «Ακρόπολις» και να ικετεύσει, πρώτα την οικογένεια Διαμαντοπούλου και κατόπιν την οικογένεια Αντωνοπούλου, στις κυρίες των οποίων είχε διδάξει γράμματα στο παρελθόν, για τροφή και στέγη, με αντάλλαγμα την διδασκαλία των παιδιών τους, την συνοδεία των σε περιπάτους και την συμμετοχή του σε όποια, οικοκυρικής φύσεως, εργασία προέκυπτε στην καθημερινότητά τους.
Έτσι, ο πονηρός εισαγγελέας, διέταξε να προσαγάγει η αστυνομία τους παραπάνω και να τους οδηγήσει σ΄ αυτόν για ανάκριση με βίαιο τρόπο, παρουσία του Παπαμικρόπουλου, όπερ και εγένετο. Την ίδια χρονική στιγμή κατά την οποία τον ανέκρινε, οι αστυνομικοί προσήγαγαν τους Αντωνόπουλους με σκαιό τρόπο. Ο Παπαμικρόπουλος, βλέποντας τους υποφέρουν από την βιαιότητα των οργάνων, αλλά και φοβούμενος ότι θα τους χαρακτήριζαν συνεργούς του, είπε: «Αφήστε τους ανθρώπους αυτούς. Θα σας ομολογήσω τα πάντα».

 Και ομολόγησε: «Εγώ αγόρασα τα δύο μασούρια δυναμίτιδας και τα απαραίτητα φιτίλια, προ δεκαπενθημέρου. Το ένα το εκτόξευσα στους βουλευτές και το δεύτερο το ετοίμαζα για να αυτοκτονήσω αμέσως μετά την πράξη μου. Έγραψα δε, και σχετική του τέλους μου επιστολή, προς την μητέρα μου. Επίσης, πολλές ημέρες πριν την πράξη μου, απέστειλα προειδοποιητική επιστολή προς την Βουλή, στην οποία τους ανακοίνωνα την πρόθεσή μου αυτή. Δεν ήθελα να τους σκοτώσω όλους, αλλιώς, θα χρησιμοποιούσα περισσότερα φυσίγγια. Να τους φοβίσω και να τους αφυπνίσω ήθελα, διότι εκτός της προσωπικής μου οικτρής οικονομικής καταστάσεως, στην οποία με έχουν οδηγήσει οι πράξεις και οι παραλήψεις τους· δεύτερο πουκάμισο δεν έχω να βάλω και ικετεύω καθημερινά τους ανθρώπους για τα απολύτως απαραίτητα. Η δική μου όμως δυστυχία ήταν η μικροτέρα, έναντι των δεινών της πολιτείας μας, για τα οποία σας θεωρώ απολύτως υπευθύνους. Η εκμηδένιση της αξιοπρέπειας της χώρας, η υπερχρέωσή της, η κατάπτωση του ηθικού της γοήτρου, ο συνεχής και παράνομος πλουτισμός των ηγητόρων της, η πλήρης αναισθησία των υπουργών και των βουλευτών στις συνεχείς εκκλήσεις των πολιτών για διαφάνεια στην διαχείριση των οικονομικών της, η κακοδιαχείριση των πόρων της και άλλα τινά, οδήγησαν την ψυχική μου εξέγερση. Και όχι. Συνεργούς, δεν έχω. Μόνος μου εσκέφθην, εζύγισα τα πράγματα και απεφάσισα τον εξαναγκασμό σε μεταμέλεια όλων αυτών, με την χρήση βίας».

 Ο εισαγγελέας, οι γραφιάδες και οι παρατρεχάμενοι, έμειναν άφωνοι. Ο κοντός μυστακοφόρος, βρόμικος και πάμπτωχος δάσκαλος, έμοιαζε γίγαντας μπροστά τους. Αμέσως ο Λυκουρέζος, ο οποίος δεν ήθελε να ακούσει και άλλα, διέταξε να μεταφερθεί στα κρατητήρια ο δράστης και πολύ προβληματισμένος κίνησε για το γραφείο του πρωθυπουργού Θεοτόκη. Στην συνάντηση η οποία αμέσως πραγματοποιήθηκε, συμμετείχαν οι Θεοτόκης, Λυκουρέζος, Καλογερόπουλος και Καπερδάνος και αναλύθηκαν οι εξελίξεις της υπόθεσης και αναζητήθηκε η κατάλληλη λύση.
Πάνω στο τραπέζι συσκέψεων, δέσποζαν οι εφημερίδες της εποχής, με πρώτον πρώτον τον «Ρωμιό» του Σουρή, οποίος διασκέδαζε την κατάσταση γράφοντας :

«Αυτά του κόντε λέγονταν εν λιγυρά φωνή,
στο παρλαμέντο βρόντισε μιά μπόμπα αληθινή.
Κι αμέσως τά ‘χασαν αυτοί και τά ‘χασαν κι εκείνοι,
κι ακαματόπους έτρεχε καθένας αστυνόμος,
και της Βουλής τας πτέρυγας συνείχε κρύος τρόμος.
Νίπτω κι εγώ τας χείρας μου και δεν ανακατεύομαι,
και αφού οι μπόμπες άρχισαν, παύω να πολιτεύομαι!».
«Ιδού! Διαβάστε πράγματα! Αυτός είναι επικίνδυνος και θα βρει μιμιτάς», είπε θυμωμένα ο Θεοτόκης.

«Θα τον κάνουμε ήρωα;», αναρωτήθηκε εξοργισμένος ο Καπερδάνος.
«Του χρόνου θα τον έχουμε ανάμεσά μας στην Βουλή», ψιθύρισε έντρομος ο Καλογερόπουλος.
«Να αποδείξουμε ότι είναι βλαμμένος», έκραξε πνιχτά ο Λυκουρέζος.

«Αυτό είναι!», αναφώνησαν εν χορώ άπαντες. «Βλαμμένος! Είναι η σοφότερη λύση. Να κανονιστεί πάραυτα επίσημη γνωμάτευση από τον γιατρό Μιταυτσή. Είναι της απολύτου εμπιστοσύνης μου και γαμπρός της αδελφής μου», διέταξε ο οιονεί άναξ.

Ο…φρενολόγος

Ο γραμματέας άρχισε την ανάγνωση των γραπτών απαντήσεων του ειδικού εντεταλμένου ιατρού φρενολόγου, Μιταυτσή, μετά την εξέταση της διανοητικής καταστάσεως του δράστη της βομβιστικής κατά του Κοινοβουλίου ενέργειας, κατ΄ εντολήν του γενικού εισαγγελέα.
«Διάβαζε πιο δυνατά», του είπε ο Λυκουρέζος, ο οποίος δεν μπορούσε να κρύψει το σαρδόνιο χαμόγελό του κάτω από την επαγγελματική του σοβαροφάνεια.

«Κατόπιν εντολής του γενικού εισαγγελέως κυρίου Λυκουρέζου και αδείας του Διευθυντού της αστυνομίας υποστρατήγου Δαμηλάτη, μου επετράπη η άνοδος εις το δωμάτιον ένθα κρατείται ο βομβιστής. Ευθύς μόλις τον είδα, τον αναγνώρισα. Αυτός είναι. Ω, ναι. Αυτός είναι τελείως ανισόρροπος. Τον ενθυμούμαι καλώς ότε ήλθε προ ολίγων ετών και υπεβλήθη εις θεραπείαν».

Ερώτηση εισαγγελέα: «Από τι έπασχε τότε;».

Απάντηση ιατρού: «Φρενοβλάβειαν εκφύλου με ιδέας πολυμόρφους, ιδέας δηλαδή καταδιώξεως, μεγαλείου, αδικιών, ενοχής και ερωτικών επεισοδίων, ιδέας αίτινες δύνανται το άτομον όπερ κατέχεται υπ΄ αυτών, να το ωθήσουν εις τας πλέον επικινδύνους πράξεις».

Ερώτηση εισαγγελέα: «Εθεραπεύθη τότε;».

Απάντηση ιατρού: «Είναι ανίατος η νόσος αυτή. Ο πλήρης μάλιστα ορισμός της είναι ο εξής: Ανισορροπία διανοητική θεωρουμένη πολλάκις εκ των ανιάτων. Βεβαιώ, ότι τούτος έπασχεν εκ τοιούτου νοσήματος. Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι οι κατά πλήθους αποπειρώμενοι, εμπνέονται υπό της ιδέας, ότι τους προξενεί τούτο, κακόν τι ή υπό της ρεκλάμας».

Ερώτηση εισαγγελέα: «Τον θεωρείτε επικίνδυνο προς τον εαυτό του και προς το κοινωνικόν σύνολον;».

Απάντηση ιατρού: «Προς τον εαυτόν του, όχι. Προς το κοινωνικό σύνολον, ναι αναμφαδόν».

«Τελειώσαμε. Θα το υπογράψετε;», ρώτησε ο γραφιάς τον εισαγγελέα.

«Αν θα το υπογράψω; Ανόητε…», τον μάλωσε άγρια ο Λυκουρέζος. Και έβαλε την υπογραφή του. Φαρδειά πλατειά.




Το αρχικό άρθρο Εδώ

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Κοιτάζοντας τα σκατά που αφήνουμε πίσω μας

Είναι η ώρα που οι παραμορφωμένες επιθυμίες των συνανθρώπων μας παίρνουν σάρκα και οστά. Και όλη η σκατολογική άβυσσος της κάλπης, ρυθμίζει την πνευματική κυκλοφορία των συστημικών ιδεών και προτύπων. Αυτή η σχισμή της δημοκρατίας, που εκβάλει στον ερμητικά κλειστό χώρο της αποχαύνωσης. Εκεί που ο παραλογισμός της ποσότητας κάνει την ποιότητα δούλα και ντροπαλή νοικοκυρά.
Εκεί που η γκρίνια του απολίτικου ακτιβισμού χτυπάει κόκκινο. Εκεί που τα θεριά παρασύρουν τους πρόθυμους αμνούς και οι δράκοι με την πύρινη ευγλωττία τους παρασύρουν τις πολιτικές παρθένες στο δάσος του ομαδικού συμβιβασμού. Εκεί που το δίλημμα αγάπη ή έρως, είναι ψευδεπίγραφο και κουλό. Λέξεις και συνθήματα δουλεμένα στο αμόνι του διαφημιστή, παλεύουν να συγκινήσουν με γελοία διλήμματα τον κακόμοιρο δουλοπάροικο της σκατένιας πόλης και του μεταλλαγμένου χωριού. 

Ο δυσκοίλιος ψηφοφόρος μετά το πρωινό του χέσιμο θα οδηγηθεί στην κάλπη και με τη δυσκοίλια αποφασιστικότητά του θα αποφασίσει αυτό που είναι ήδη αποφασισμένο. Διότι η ενοχή για την απόλαυση και την επιθυμία τον οδήγησαν στα σκατά. Διότι αυτή η διευρυμένη προκτολογική συνάφεια της χέστρας και της κάλπης είναι η ουσία. Διότι ο αγαπητός νοικοκύρης όταν σηκώνεται απ’ τον εμαγιέ θρόνο του κοιτάζει πάντα τα σκατά του. Αυτό το κομμάτι του εαυτού του που πέρασε αισίως τα διόδια της κωλοτριπίδας. Αυτό το απόρριμμα της ύπαρξης που θα γίνει κοπριά, λίπασμα ή χάμπουργκερ. 
Εδώ λοιπόν ο υποψήφιος λογίζεται ως κουράδα με δεξιότητες. Ένας λαμπρός μίσχος σκατού που θέλει πάση θυσία να μας εκπροσωπήσει. Να παλέψει για μας με άλλες κουράδες. Να παλέψει για τα συμφέροντά μας. Κι όλα αυτά όχι σε μαρμαρένια αλώνια αλλά σε χρυσοποίκιλτους βόθρους. Μια κουράδα έτοιμη να θυσιαστεί για μας, για τα παιδιά μας και τα σκυλιά μας. Μια ηρωική κουράδα με όραμα. Με όρεξη για δουλειά. Φυσικά για δουλειά. Πάντα για δουλειά. Διότι όλα γίνονται για τη δουλειά. Διότι η κουράδα φτιάχνει τους όρους δουλειάς των Άλλων, η κουράδα κάνει τον κοινωνικό έλεγχο πράξη. Διότι η κουράδα διαμορφώνει τα μεροκάματα και τις σχέσεις. Και άλλα πολλά. Μέσα στη διάφανη κυβισμένη κάλπη σταυρώνονται και επιλέγονται οι καλύτερες και πιο λαχταριστές μας κουράδες.
Αυτές που πέρασαν με άριστα όλους τους δείκτες αξιολόγησης και βγήκαν αστραφτερές και ρωμαλέες στην αγορά. Αυτές που θα έχουν λόγο από δω και μπρός για μας και για τις επιθυμίες μας και θα μας εκπροσωπήσουν μπροστά στον ύψιστο Ευρωπαίο σκατιάρη. Αυτές που μας εκκλησιάζουν διηνεκώς από τηλεοράσεως στειρώνοντάς μας γλυκά, διότι που να τρέχουμε τώρα να γαμάμε και να αποφασίζουμε για μας. Διότι ο εκκλησιασμός στη μια και μοναδική άποψη, έκανε κομπόστα τα γεννητικά όργανα, αυτά που λατρεύονταν σε κάποια μακρινή παγανιστική αρχαιότητα και ήταν ξόρκια του κακού και των κακών. 
Αυτά που γιάτρευαν τις αρρώστιες του μυαλού και της σάρκας και είχαν τη θέση τους στο εικονοστάσι του ανδρόγυνου ερωτισμού. Αυτά που οδηγούσαν στον Άλλο. Αυτά που δε φορούσαν ράσα και πετραχήλια. Αυτά που δεν κυκλοφορούσαν παράνομα σε κινητά και σκληρούς δίσκους αλλά συνομιλούσαν στην αγορά πριν την κατακλύσουν οι κουράδες. Στην αγορά πριν την αγοράσουν οι τραπεζίτες. Στην αγορά πριν την μαγαρίσει το κέρδος, ο ανταγωνισμός και ο τεχνοκράτης. Στην αγορά που η διαφωνία είχε ερωτισμό και δε μύριζε καμένη σάρκα και κρεματόρια.
Στην αγορά που είχε όλα τα χρώματα κι όλες τις ποικιλίες έτοιμα να ανθίσουν. Στην αγορά που δεν είχε σιδερολοστούς και γομάρια που προσβάλουν χυδαία τα ποτάμια, τις ελιές και τους ανθρώπους. Στην αγορά, που δεν εμπορεύονταν τον ανθρώπινο πόνο και την πείνα το μισαλλόδοξο ιερατείο. Στην αγορά που η ανάπτυξη δεν ήταν μπετόν και σιδερόβεργες και ξαπλώστρες στην παραλία. Στην αγορά που δεν είχε ευνουχισμένους ονειροπόλους νέους, που το μόνο τους βασικό πτυχίο είναι το φευγιό απ’ το πατρικό και το μόνο τους φρικαλέο όνειρο είναι να περνάν αυτοί καλά και οι άλλοι στ’ αρχίδια τους. 

Αυτούς τους νέους που παραμένουν άπραγοι, σε μιαν υστερική χαβαλέδικη παράλυση, μέσα στην πολιτική αμηχανία του δωματίου τους, μετρώντας τα πάντα με το χρήμα, αυτό το απόρριμμα της συσσωρευμένης αποχής απ’ την επιθυμία. Αυτό το χρήμα που διαχειρίζεται ο κοινοβουλευτικός στάβλος και οι εκλεγμένες κουράδες του. Αυτό το χρήμα που αλέθουν τα στομάχια των αρχιεπισκόπων και το ξερνάνε ως ελεημοσύνη στα πιάτα των φτωχών. Αυτό το χρήμα που ναυλώνει τα δουλεμπορικά στο Αιγαίο για να έρθουν στη Δύση ακόμα πιο φτηνά χέρια κι ακόμα πιο φτηνό κρέας για τα σκυλόψαρα της πολιτισμένης Ευρώπης που εκλέγει με άκρως δημοκρατικό τρόπο τις σπουδαίες κουράδες της.
Αυτό το χρήμα που κομματιάζει τις πάλλουσες καρδούλες και ασχημονεί εν λόγω, εν έργω και εν διανοία. Αυτό το χρήμα που όσο πολλαπλασιάζεται τόσο διαιρεί τους ανθρώπους. Αυτό το χρήμα που χρησιμεύει ως κωλόχαρτο των πλουσίων και ως αγχόνη των φτωχών. Αυτό το χρήμα που προστατεύουν τα καθεστώτα και οι κουράδες τους. Διότι για να φτάσεις στο χρήμα πρέπει να περάσεις μέσα απ’ τα σκατά. Να γίνεις σκατό στη θέση του σκατού και να βλέπεις όνειρα με σκατά. Γιατί ως γνωστόν όταν βλέπεις στον ύπνο σου σκατά παίρνεις λεφτά. Πολλά λεφτά.




Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Εκλογές: O μύθος της δημοκρατίας και η φιλελεύθερη ολιγαρχία

Πολλοί είναι αυτοί που ορίζουν ένα πολίτευµα ως δηµοκρατικό, µόνο και µόνο από το γεγονός ότι παρέχει στους πολίτες του το δικαίωµα να ψηφίζουν/εκλέγουν κυβερνήσεις οι ίδιοι, και ταυτόχρονα µπορεί να εγγυηθεί κατά κάποιον τρόπο µια στοιχειώδη ελευθερία του λόγου, του τύπου και της συνάθροισης. Στην πραγµατικότητα όµως, η δηµοκρατία είναι κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτό. Το γεγονός και µόνο ότι έχουµε το δικαίωµα να εκλέγουµε κάποιον που θ’ αποφασίζει για εµάς, δεν νοµιµοποιεί ταυτόχρονα και τον χαρακτηρισµό του σηµερινού καζίνου ως δηµοκρατία. Κάποτε ο Ρουσσώ (στο Κοινωνικό Συμβόλαιο) έλεγε ότι οι Άγγλοι γίνονται πολίτες µόνο µια φορά στα τέσσερα χρόνια, όταν καλούνται να ψηφίσουν, να εκλέξουν έναν ηγέτη που τους αντιπροσωπεύει. Αυτή η ηµέρα των εκλογών είναι και η µόνη που οι φωνές τους ακούγονται.
Μετά το τέλος όµως της διεξαγωγής των εκλογών, η δουλεία επιστρέφει, κι επιστρέφει διότι κανένας τους δεν µπορεί να παρέµβει ούτε στις αποφάσεις έχουν ληφθεί δημοκρατικά, αλλά ούτε και σ’ αυτές που θα λάβει η κοινοβουλευτική ολιγαρχία. Μένουν, λοιπόν, έρµαια των πολιτικών επιλογών των ολίγων που οι ίδιοι εξέλεξαν, δίχως τη δυνατότητα (αυτο)αναίρεσης και περαιτέρω συμμετοχής. Ωστόσο, βέβαια, και κυρίως µε βάση τα σηµερινά δεδοµένα, ούτε καν αυτή η µέρα των εκλογών δεν µπορεί να χαρακτηριστεί ως µια µέρα πραγµατικής ελευθερίας. Και αυτό διότι οι περισσότερες αποφάσεις κρίνονται µε βάση τις µαθηµατικές/οικονομικές εξισώσεις των αγορών. Ούτε καν από την κοινοβουλευτική ολιγαρχία! Εποµένως, ακόµα και η έννοια της φιλελεύθερης δηµοκρατίας ακούγεται άκυρη και μή αντιπροσωπευτική. Η πραγµατική ονοµασία του σηµερινού µας πολιτεύµατος θα έπρεπε να ονοµάζεται φιλελεύθερη ολιγαρχία, όπως πολύ εύστοχα την αποκαλούσε ο Κορνήλιος Καστοριάδης. [1]

Εν ολίγοις, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: για ποιόν λόγο να συμμετάσχει κανείς στην εκλογική διαδικασία από την στιγµή που τα πράγµατα δεν καθορίζονται µόνο από τους βουλευτές που εµείς νόµιµα έχουµε εκλέξει αλλά κυρίως από διάφορους µηχανιστικούς µαθηµατικούς/οικονοµικούς διεθνείς παράγοντες που ρυθµίζουν την παγκόσµια οικονοµία; Δεν έχουµε, λοιπόν, ν’ αντιµετωπίσουµε απλά και µόνο µια εκλεγµένη ολιγαρχία, αλλά µια οικονοµική δικτατορία εντός ενός καθεστώτος που για εντελώς τυπικούς και µόνο λόγους, χρησιµοποιεί κάποιες δηµοκρατικές έννοιες, όπως οι εκλογές.

Πολλοί από εµάς σκοπεύουν να ψηφίσουν έτσι ώστε «να µην πάει η ψήφος χαµένη». Ή µε το σκεπτικό πως «από το να βγει κυβέρνηση από µια µικρή µειοψηφία, είναι καλύτερα να ρίξω ψήφο διαµαρτυρίας – να στηρίξω το κόµµα που είναι το λιγότερο κακό ή αυτό που, αν και δεν µε εκφράζει, είναι πάντως “πιο κοντά” σε µένα». Όλες αυτές οι αντιλήψεις αποδεικνύουν περίτρανα τον θλιβερό εγκλωβισµό του  ψηφοφόρου (και ολόκληρου του Κυρίαρχου Λαού…) εντός µιας φυλακής όπου ο  καθένας µπορεί να πει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι αλλά έως την εβδόµη βραδινή – ώρα κατά την οποία το πανηγύρι ελευθερίας και η αυταπάτη περί λαϊκής κυριαρχίας  τελειώνει και ο κόσµος, από προαυλιζόµενος στα εκλογικά κέντρα των υποψηφίων και τα εκλογικά τµήµατα, επαναµετατρέπεται σε έγκλειστος και τηλεοπτικο-αυνανιζόµενος.
Ποιά δυνατότητα έκφρασης δίνει η σηµερινή (κατ’ επίφαση) δηµοκρατία σ’ αυτόν που διαφωνεί µε το ίδιο το πολιτικό σύστηµα ή ακόµη και µε την αντιπροσωπευτική δηµοκρατία καθαυτή; Ποιά δυνατότητα συµµετοχής στη λήψη αποφάσεων (που ρυθµίζουν την ίδια του τη ζωή) έχει ο πολίτης, πέρα από τη συµβολική ρίψη ενός κωλόχαρτου σε ένα κουτί, κάθε τέσσερα (ή όσα βολεύει το σύστηµα) χρόνια; Οι  εκλογές δεν αποτελούν τίποτε παραπάνω από την ψευδαίσθηση της συµµετοχής, παράλληλα µε την καλλιέργεια της ηθικής της συλλογικής  ευθύνης. «Αφού πρώτο κόµµα ήταν το τάδε, δεν µπορείτε να µιλάτε για σύγχρονη µορφή χούντας, καθώς ο λαός µίλησε».  Ο λαός, λοιπόν, σύµφωνα µε τους υφιστάµενους εξουσιαστικούς θεσµούς, είναι ένα χειραγωγήσιµο αντικείµενο (ούτε καν υποκείµενο) το οποίο, είτε µε την ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων, είτε µε την αναγκαστική έκθεσή του σε εκβιαστικά διληµµάτα, έχει τη δυνατότητα να κινηθεί «ελεύθερα» µεν αλλά περιοριζόµενος σε δύο διαστάσεις σαν καρικατούρα ενός ξένου προς αυτόν σχεδιαστή.


Πηγή

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Στους παραιτημένους



Μισώ του παραιτημένους!
Μισώ τους παραιτημένους, όπως μισώ τους βρόμικους, όπως μισώ τους αργόσχολους!
Μισώ την παραίτηση! Μισώ τη ρυπαρότητα, μισώ την αδράνεια.
Λυπάμαι τον άρρωστο που λυγίζει κάτω από κάποιον κακοήθη πυρετό· μισώ τον φανταστικά άρρωστο που λίγη θέληση θα τον έστεκε στα πόδια του.
Λυπάμαι τον αλυσοδεμένο, που περιβάλλεται από φρουρούς συνθλιμμένος κάτω από το βάρος των σίδερων στους πολλούς.
Μισώ τους στρατιώτες που είναι λυγισμένοι από το βάρος των σιριτιών και τριών αστεριών· τους εργάτες που είναι λυγισμένοι κάτω από το βάρος του κεφαλαίου.

Λατρεύω τον άνθρωπο που λέει αυτό που αισθάνεται όπου κι αν είναι· μισώ τον ψηφοφόρο που αναζητά τη διαρκή κατάκτηση από την πλειοψηφία.
Λατρεύω το σοφό συνθλιμένο κάτω από το βάρος της επιστημονικής έρευνας· μισώ το άτομο που κάμπτει το σώμα του κάτω από το βάρος μιας άγνωστης δύναμης, κάποιου “Χ,” Θεού,

Μισώ, λέω, όλους εκείνους που, παραδίδοντας στους άλλους μέσω του φόβου ή της παραίτησης ένα μέρος της δύναμής τους ως άνθρωποι, όχι μόνο κρατούν τα κεφάλια τους κάτω, αλλά κάνουν εμένα, και εκείνους που λατρεύω, να κρατούν τα κεφάλια τους κάτω, επίσης μέσω του βάρους της τρομερής τους συνεργασίας ή της ηλίθιας αδράνειάς τους.

Τους μισώ· ναι τους μισώ, επειδή, το νιώθω. Δεν υποκλίνονται μπροστά στα σιρίτια του αξιωματικού, στη σάρπα του δημάρχου, το χρυσό του καπιταλιστή· στα χρηστά ήθη ή τη θρησκεία. Για πολύ καιρό έχω μάθει ότι όλα αυτά τα πράγματα είναι απλά στολίδια που μπορούμε να σπάσουμε σαν γυαλί…λυγίζω κάτω από το βάρος της παραίτησης των άλλων. Ω πόσο μισώ την παραίτηση!
Λατρεύω τη ζωή.
Θέλω να ζω, όχι με έναν μικροπρεπή τρόπο όπως εκείνοι που ικανοποιούν μονάχα ένα μέρος των μυών τους, τα νεύρα τους, αλλά με ένα μεγαλοπρεπή τρόπο, ικανοποιώντας τους μυς του προσώπου καθώς επίσης και τις γάμπες, την πλάτη μου καθώς επίσης και το μυαλό μου.
Δεν θέλω να ανταλλάσσω ένα τμήμα του τώρα για ένα πλασματικό τμήμα του αύριο. Δεν θέλω να παραδώσω τίποτα του παρόντος για τον αέρα του μέλλοντος.
Δεν θέλω να κάμψω οτιδήποτε δικό μου κάτω από τις λέξεις πατρίδα, Θεός, τιμή. Γνωρίζω πολύ καλά το κενό αυτών των λέξεων, αυτά τα θρησκευτικά και κοσμικά φαντάσματα.
Γελώ με τη συνταξιοδότηση, με την ελπίδα των παραδείσων για την οποία ελπίδα κρατούν τους παραιτημένους, οι θρησκείες, και το κεφάλαιο.
Γελώ με όσους που, εξοικονομώντας για τα γεράματά τους, στερούν από τον εαυτό τους τα νιάτα τους· εκείνοι που, προκειμένου να φάνε στα εξήντα, νηστεύουν στα είκοσι.
Θέλω να τρώω ενώ έχω γερά δόντια να σχίζω και να συνθλίβω υγιεινά κρέατα και χυμώδεις καρπούς. Όταν τα υγρά του στομαχιού μου χωνεύουν δίχως πρόβλημα θέλω να πιω το γέμισμα μου των δροσιστικών και τονωτικών ποτών.
Θέλω να ερωτεύομαι γυναίκες, ή μια γυναίκα, ανάλογα με την κοινή μας επιθυμία, και δεν θέλω να παραιτούμαι στην οικογένεια, το νόμο του Κώδικα· τίποτα δεν έχει κανένα δικαίωμα πάνω στο σώμα μας. Θέλεις, θέλω. Ας γελάμε με την οικογένεια, το νόμο, την αρχαία μορφή παραίτησης.

Αλλά αυτό δεν είναι όλο. Θέλω, από τη στιγμή που έχω μάτια, αυτιά, και άλλες αισθήσεις, περισσότερο από το να πίνω απλώς, να τρώω, να απολαμβάνω το σεξουαλικό έρωτα: θέλω να βιώσω τη χαρά σε άλλες μορφές. Θέλω να βλέπω όμορφα γλυπτά και πίνακες, να θαυμάζω Ροντέν ή Μανέ. Θέλω να ακούω τους καλύτερους θιάσους όπερας να παίζουν Μπετόβεν ή Βάγκνερ. Θέλω να ξέρω τα κλασικά στο Comedie Française, να ξεφυλλίζω το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό παρελθόν αφημένο από ανθρώπους του παρελθόντος στους ανθρώπους του παρόντος, ή ακόμα καλύτερα, να ξεφυλλίζω τα τώρα και για πάντα ημιτελή άπαντα της ανθρωπότητας.

Θέλω χαρά για μένα, για την επιλεγμένη σύντροφό μου, για τους φίλους μου. Θέλω ένα σπίτι όπου τα μάτια μου να μπορούν να ξεκουράζονται ευχάριστα όταν τελειώνει η δουλειά μου.
Επειδή θέλω τη χαρά της εργασίας, επίσης· αυτήν την υγιή χαρά, αυτήν την ισχυρή χαρά. Θέλω τα χέρια μου να χειρίζονται το αεροπλάνο, το σφυρί, το φτυάρι και το δρεπάνι.
Ας αφήσουμε τους μυς να αναπτύσσονται, το θωρακικό κλωβό να γίνει μεγαλύτερος με δυνατές, χρήσιμες και λογικές κινήσεις.
Θέλω να είμαι χρήσιμος, θέλω να είμαστε χρήσιμοι. Θέλω να είμαι χρήσιμος στο γείτονά μου και για το γείτονά μου να είναι χρήσιμος σε μένα. Επιθυμώ να κοπιάζουμε πολύ, επειδή είμαι αχόρταγος για χαρά. Και αυτό γιατί θέλω να απολαύσω τον εαυτό μου που δεν είμαι παραιτημένος.

Ναι, ναι θέλω να παράγω, αλλά θέλω να διασκεδάζω. Θέλω να ζυμώνω τη ζύμη, αλλά να τρώω καλύτερο ψωμί· να εργάζομαι στον τρύγο, αλλά να πίνω καλύτερο κρασί· να χτίζω ένα σπίτι, αλλά να ζω σε καλύτερα διαμερίσματα· να φτιάχνω έπιπλα, αλλά να κατέχω τα χρήσιμα, να βλέπω τα όμορφα· θέλω να χτίζω θέατρα, αλλά αρκετά μεγάλα για να στεγάζουν εμένα και την οικογένειά μου.

Θέλω να συνεργάζομαι στην παραγωγή, αλλά θέλω επίσης να συνεργάζομαι στην κατανάλωση.
Μερικοί ονειρεύονται να παράγουν για τους άλλους στους οποίους θα φύγουν, ω η ειρωνεία του, τις καλύτερες των προσπαθειών τους. Όσο για μένα, θέλω, ελεύθερα ενωμένα με τους άλλους, να παράγω αλλά επίσης να καταναλώνω.

Ε εσείς οι παραιτημένοι, κοιτάχτε: φτύνω τα είδωλά σας. Φτύνω τον Θεό, την Πατρίδα, φτύνω τον Χριστό, φτύνω τη σημαία, φτύνω το κεφάλαιο και το χρυσό μόσχο· φτύνω τους νόμους και Κώδικες, τα σύμβολα της θρησκείας· είναι στολίδια, θα μπορούσα να νοιαζόμουνα λιγότερο γι’ αυτά, γελάω με αυτά…
Μόνο μέσω εσάς σημαίνουν κάτι για μένα· αφήστε τα πίσω και θα σπάσουν σε κομμάτια.
Είστε έτσι μια δύναμη, εσείς οι παραιτημένοι, μία από εκείνες τις δυνάμεις που δεν γνωρίζουν ότι είναι μια τέτοια, αλλά που παρόλα αυτά είναι μια δύναμη, και δεν μπορώ να σας φτύσω, μπορώ μόνο να σας μισώ…ή να σας λατρεύω.
Πάνω από όλες τις επιθυμίες μου είναι αυτή του να σας δω να τινάσσετε από πάνω σας την παραίτησή σας με ένα φοβερό ξύπνημα της ζωής.
Δεν υπάρχουν μελλοντικοί παράδεισοι, δεν υπάρχει μέλλον· υπάρχει μόνο το παρόν.

Ας ζήσουμε!

Ζήστε! Η παραίτηση είναι θάνατος.

Η εξέγερση είναι ζωή.
Το άρθρο του Αλμπέρτ Λιμπερτάντ στην L’Anarchie που δημοσιεύτηκε στις 13 Απριλίου 1905

Mετάφραση από την Αιχμή


http://aixmi.wordpress.com/

Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

Απάντηση στα λόγια ενός πιστού

Η καρδιά σου είναι γεμάτη με οίκτο και θλίψη απ’ το θέαμα της αθλιότητας που σκεπάζει την ανθρωπότητα, απ’ τις αμηχανίες και τις περιπέτειες που τη βασανίζουν.

Και μένα επίσης. Τί κάνετε, τότε, γι’ αυτό, Mademoiselle;
Όπως όλοι εκείνοι που   π ι σ τ ε ύ ο υ ν   σ τ η   μοιραία αναγκαιότητα των θεσμών που μας κυβερνούν, δε σκέφτεστε ν’ αναρωτηθείτε εάν τούτo το σύνολο των δεινών υπό το βάρος των οποίων οι άνθρωποι μοχθούν μπορεί να καταλογιστεί σ’ αυτούς τους ίδιους τους θεσμούς. Και χωρίς να συλλογίζεστε αναμφίβολα απευθύνεστε σ’ εκείνους που τους πολεμούν, που τους καταδικάζουν κι εργάζονται για να τους αντικαταστήσουν με άλλες κοινωνικές ρυθμίσεις, και τους ζητάτε να παραιτηθούν απ’ την κακή εργασία που διεξάγουν. Είμαι, Mademoiselle, ένας απ’ αυτούς τους κακούς εργάτες, και στην προπαγανδαστική εργασία μου σας απαντώ, δίνοντας τους λόγους που έχω την αξίωση να θεωρηθούν αποφασιστικοί.
Είπα:
Ο Θεός είναι πλάνη, κι εγώ δεν πιστεύω πια σ’ αυτόν· ο Θεός είναι ένα ψέμμα και υποκρισία, και τον πολεμώ· Θεός είναι θρησκεία, και όχι μονάχα αυτό δε με ρυθμίζει, αλλ’ είναι μια θλίψη· όχι μονάχα δε φέρνει στην ανθρωπότητα ηρεμία και χαρά, αλλά έχει γράψει τις πιο οδυνηρές και αιματηρές σελίδες της ιστορίας, κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο παλεύω ενάντια στη θρησκεία.
Είπα:
Ο πατριωτισμός είναι το νέο δόγμα. Πάνω στα ερείπια των παλιών Πιστεύω που καταρρέουν, είναι η νέα πίστη· αναγκαία στ’ αφεντικά για να μπορούν να διατηρήσουν τις αλυσσίδες που έχoυν φορέσει στους σκλάβους.
Ο πατριωτισμός είναι ένα παράλογο κι ανόητο μίσος για ο,τιδήποτε δεν αποτελεί μέρος της πατρίδας.
Πατριωτισμός είναι οι στρατώνες, είναι ο στρατός, κι είναι το προλεταριάτο σε ένστολη σφαγή, προς όφελος και υπό τις διαταγές της καπιταλιστικής τάξης, το προλεταριάτο με στολές εργασίας.
Πατριωτισμός είναι η ανάγκη για εκδίκηση επιβεβλημένη στη νίκηση εθνών και στο να μετατρέπει τον πλανήτη μας σ’ ένα πελώριο πεδίο μάχης όπου η μάχη δε θα τελειώσει ποτέ.
Γι’ αυτό πολεμώ τον πόλεμο· γι’ αυτό, εργάτης για τη ζωή κι όχι για το θάνατο, είμαι ένας διεθνιστής και ζητώ την παύση των στρατών και κηρύττω την παγκόσμια ειρήνη.
Είπα:
Η αγάπη είναι, απ’ την ίδια της τη φύση υποκείμενη σε φαντασιώσεις· είναι ιδιότροπη, ηλεκτρική. Είναι τρέλλα να θέλει να την υποβάλει κανείς σε σταθερούς κανόνες εφαρμόσιμους σε όλους. Φιλοσοφικά, η ελευθερία είναι το μοναδικό καθεστώς στο οποίο μπορεί να προσαρμοστεί.
Στην πράξη ο γάμος δίνει αξιoθρήνητα αποτελέσματα. Μακρυάαπό το νάναι μια εγγύηση της συμφωνίας και της ευτυχίας, δίνει ζωή στις χείριστες μορφές της υποκρισίας και τις πιο λυπηρές καταστάσεις.
Μια αλυσσίδα πάντoτε άχρηστη κι επικίνδυνη· μια αλυσσίδα πάντοτε ανυπόφορη, πρέπει να σπάσει.
Όλα τα παιδιά υποφέρουν εξαιτίας της οικογένειας, μερικά επειδή έχουν, άλλα επειδή δεν έχουν.
Γι’ αυτούς τους λόγους στιγματίζω το γάμο και τις ματαιόδοξες διατυπώσεις που τον περιβάλλουν. Ορκίζομαι απ’ την επικείμενη κι αναγκαία καταστροφή της νομικής οικογένειας βασισμένης στην απληστία και η οποία πρέπει ν’ αντικατασταθεί απ’ τη μεγάλη ανθρώπινη οικογένεια, που επαναπαύεται στη στέρεα ανάπτυξη όλων των ατομικών συμφερόντων.
Έδωσα καθεμιά απ’ αυτούς τους λόγους την ανάπτυξη που θεωρώ απαραίτητη.

Και τώρα, mademoiselle, ανακεφαλαιώνω.
Θλιβερή, πολύ θλιβερή είναι η ζωή που ζουν οι τωρινές γενεές. Κι όμως, η κινητήρια δύναμη όλων των ανθρώπινων πράξεων είναι η αναζήτηση κάποιου είδους ικανοποίησης, και το ιδεώδες της κοινωνίας είναι η συνειδητοποίηση του μεγαλύτερου ποσού της ευτυχίας για όλους.
Θρησκεία, Ιδιοχτησία, Πατρίδα, Οικογένεια – πεποιθήσεις και θεσμοί που όλοι προέρχονται απ’ την αρχή της εξουσίας – έκαναν και εξακολουθούν να κάμουν την ιστορία αιώνων ένα πολύ θλιβερό κι αιματηρό δράμα.
Τούτο το δράμα, διαιωνίζοντας την άγνοια που μόνο του γεννά, εσείς, εν αγνοία σας, θέλετε να παρατείνετε.
Σ’ αυτό το δράμα θέλω, με όλο το ζήλο της θέλησής μου, να βάλλω ένα πρόωρο τέλος.
Και γι’ αυτό το σκοπό θα χρησιμοποιήσω όλες τις δυνάμεις μου για την κατεδάφιση όλων των αυταρχικών Βαστιλλών: κυβέρνηση, καπιταλισμός, θρησκεία, ο στρατός, κοινοβούλιο, το δικαστικό κλάδο, η αστυνομία, η οικογένεια.
Τούτο είναι το πρώτο μέρος της αποστολής μου.
Αλλά ο άνθρωπος δεν είναικαμωμένος να ζει ανάμεσα στα ερείπια. Το πνεύμα του δεν τρέφεται μονάχα από άρνηση, η καρδιά του δεν είναι καμωμένη μονάχα για το μίσος.
Κι εδώ είναι που εμφανίζεται η αναγκαιότητα για το οικοδόμημα που πρέπει ν’ ακολουθήσει τα ερείπια: βεβαιώσεις που απορρέουν απ’ τις αληθινές αρνήσεις, αγάπη ογκoύμενημπρος από το μίσος.
Το κοινωνικό σώμα πάσχει σε όλα τα μέρη του: στο στομάχι του, στο μυαλό του, στην καρδιά του. Πεθαίνει από αθλιότητα. Η αθλιότητα του στομαχιού είναι η πείνα· η αθλιότητα του πνεύματος είναι η άγνοια· η αθλιότητα της καρδιάς είναι το μίσος.
Τούτο το τριπλό τέρας πρέπει να σωριαστεί κάτω.
Η γιατριά έχει βρεθεί: αντιεξουσιαστικός κομμουνισμός.
Μέσα απ’ αυτόν καθένας θα βρει, στο αχανές υλικό ταμείο διατηρημένο απ’ την κοινή προσπάθεια, όλ’ αυτά που χρειάζεται για να ικανοποιήσει τις φυσικές του ανάγκες.
Μέσα απ’ αυτόν, καθένας θα βρει, στο ατελείωτο πνευματικό ταμείο που τροφοδοτείται απ’ την αδιάκοπη εργασία των πνευμάτων στη δουλειά, όλ’ αυτά που χρειάζεται για να ικανοποιήσει την επιστημονική του όρεξη, τα καλλιτεχνικά του γούστα.
Μέσα απ’ αυτόν καθένας θα βρεί στo ασφαλή συναισθηματικό ταμείο, συνεχώς εμπλουτιζόμενο απ’ την ανάγκη για αγάπη, όλ’ αυτά που χρειάζεται για να ηρεμήσει τη δίψα του για τρυφερότητα.
Ο αντιεξουσιαστικός κομμουνισμός, με τον οποίο όλα τα στομάχια, όλα τα μυαλά και όλες οι καρδιές μπορούν και πρέπει να απελευθερωθούν, αυτός είναι η γιατριά.
Toύτη η γιατριά είναι εφαρμόσιμη, αλλά δεν είναι ακόμα αρκετά γνωστή. Είναι έτσι αναγκαίο να την εκλαϊκεύσω. Είμαι ένας απ’ αυτούς τους εκλαϊκευτές και τίποτ’ άλλο. Κι αυτό πλήρως ικανοποιεί για τη δραστηριότητά μου και τη φιλοδοξία μου.
Σεμπαστιέν Φωρ, Reponse aux paroles d’une croyante. Oyonnax, Imprimerie Ouvriére, 1903

Μετάφραση: AIXMH

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Ο γιός του νοικοκυραίου


Ο γιός του νοικοκυραίου μεγάλωσε στο χωριό. Ο πατέρας του, ο κυρ-νοικοκυραίος, ήταν αγρότης και πάσχιζε να μεγαλώσει τα παιδιά του δουλεύοντας σκληρά στα χωράφια, κάνοντας “το σκατό του παξιμάδι”. Το όνειρό του ήταν να μην κάνουν την ίδια μίζερη ζωή τα παιδιά του, να σπουδάσουν, να ξεφύγουν απ’ το χωριό και απ το μεροδούλι μεροφάι, να γίνουν “επιστήμονες” να τα καμαρώνει.
Ο γιος, του βγήκε λίγο “μπούλης”, τον παραχάιδεψε και η μάνα νοικοκυραίου. Μικρός, τα έκανε πάνω του μέχρι τα 8 του και στο σχολείο τα άλλα παιδιά τον κοροιδεύανε για αυτό. Xέστη τον φωνάζανε και κατρουλή τον κατεβάζανε και συχνά τον βαράγανε υποτιμητικά στο σβέρκο και του πετάγανε στραγάλια με το φυσοκάλαμο. Παιδί “ξουράφι” δεν ήτανε με καμία δύναμη, μάλλον “αργός” ήτανε. Δεν τα ‘παίρνε τα γράμματα, όπως έλεγε ο δάσκαλος στον κυρ-νοικοκυραίο. “Καλύτερα να μείνει εδώ να δουλέψει τη γη σας, να προκόψει”, του είχε πει στην 6η δημοτικού, “δεν τα παίρνει με τίποτα, ούτε τέχνη δε νομίζω πως μπορεί να μάθει”.
Ο γιος του νοικοκυραίου έβλεπε πολύ τηλεόραση, πάρα πολύ τηλεόραση, του άρεσαν τα αστυνομικά και οι ταινίες, οι πολεμικές, σαν τον “Ράμπο”, του άρεσε και αυτός ο γάλος με τα τρία ονόματα, ο πως τον λένε μωρέ,  αυτός ο Ζα κλο βα ντα και παιδικός του ήρωας ήταν ο Στίβεν Σιγκάλ. Στο γυμνάσιο ήταν χειρότερα τα πράγματα. Μόνο στα θρησκευτικά και στη γυμναστική τα κατάφερνε, γιατί η μάνα νοικοκυραίου τον πήγαινε από μικρό συχνά στην εκκλησία. “Ξεφτέρι” ήτανε σε κάθε λιτανεία και κηδεία και έπαιζε και πολλή μπάλα στην ομάδα του χωριού, ήταν δεξί μπάκ, ο “κλαδευτίρας” όπως τον φώναζαν οι συμπαίχτες του. Δεν ήταν καλός στην ιστορία, αλλά του άρεσε η επανάσταση του ’21, μισούσε τους αιμοβόρους Τούρκαλάδες (που να ξερε πως ο προπροπάππους του ήταν προύχοντας που μάζευε τα χαράτσια για τον αγά) και πίστευε πως είναι απόγονος των Λακεδαιμόνων (όταν μπορούσε να προφέρει σωστά αυτή τη λέξη καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι, άν και μισούσε και τους “γιούφτους” γιατί “αυτοί έφτιαξαν τα καρφιά που σταυρώσαν το χριστούλι”). Του άρεσαν και οι αρχαίοι μύθοι. Πολλές φορές αναρωτιόταν τι σκατά λαβή έκανε στον μόλο, ο Λεωνίδας, αλλά πάντα βραχυκύκλωνε σε αυτή τη σκέψη και δε τόλμησε ποτέ να ρωτήσει.
Ως χαρακτήρας στην προεφηβεία ήταν μάλλον ντροπαλός και ακοινώνητος. Τα υπόλοιπα παιδιά δεν τα έκανε και πολύ παρέα, γιατί αυτά «ακούγανε ξένα», «ντυνόντουσαν με τζίν χωρίς τσάκιση», μιλάγανε για «πολιτικά» και όταν προσπαθούσε να μπει στην παρέα τους τον δουλεύανε, «γιδογάμη» τον ανεβάζανε, «γρόθο» τον κατεβάζανε και του ρίχνανε υποτιμητικές σφαλιαρίτσες η του καρφιτσώνανε χαρτάκια με ένα πέος ζωγραφισμένο στην πλάτη. Εκείνος κάρφωνε τα πάντα στον γυμνασιάρχη, τον Θεολόγο, τον χουντικό απ’ τα Τρίκαλα, που τον έβαζε να σπιουνεύει ποιοί καπνίζουν και ποιοι είναι σε «πολιτικές νεολαίες», για να τον περνάει τις τάξεις. Το χαιρότανε το κάρφωμα, ήταν γλυκιά η αίσθηση της εκδίκησης, ένα είδος ανώμαλης επιβεβαίωσης.«Θα τους δείξω εγώ», σκεφτότανε και έβλεπε τον εαυτό του Σβαρτζενέγκερ να τους θερίζει όλους με ένα μεγάλο μακρύκαννο όπλο.

Έβλεπε επίσης συχνά τον εαυτό του να βιάζει δεμένη χειροπόδαρα την κόρη του γείτονα (όπως είχε δεί σε μια γερμανική τσόντα). «Αυτό το τσουλί», που τον φώναζε υποτιμητικά «τοσοδούλι», μπροστά σε όλα τα άλλα παιδιά. Κάποτε, όταν ήταν μικρά, παίζανε στον αχυρώνα το γιατρό και τη νοσοκόμα και ‘κείνη είδε το «μόριό» του, “τοσοδούλι” φώναξε δείχνοντας και έβαλε δυνατά τα γέλια. “Τοσοδούλι, θα σου δείξω εγώ”, σκεφτόταν. Ένας θείος τον πήγε μια μέρα στις «πουτάνες», ένα καλοκαίρι, στην Αθήνα, αλλά δεν του σηκώθηκε απο το άγχος και ‘κείνη η “παλιοβουλγάρα” του είπε: «ντεν πειράζει, μικρούλι, γκαμίσει άλλη φορά, μη φοβάται ντεν είναι πούστη», χαϊδευτικά.

Αυτό δεν το ξεπέρασε ποτέ γιατί θυμήθηκε πως κάποτε του σηκώθηκε βλέποντας στα αποδυτήρια τον γιο του καφετζή, το σέντερμπάκ του “Αίαντα”, της ομάδας του χωριού, που είχε μεγάλη την ψωλή, γυμνό. «Αδύνατον να είμαι αδερφή», σκεφτότανε συνέχεια και επίμονα, “αδύνατον εγώ είμαι άντρας, δεν είμαι πούστης εγω !!!” και όταν ήρθε η ώρα να πάει στρατό, πήγε στα Ο.Υ.Κ., να αποδείξει τον ανδρισμό του, στον εαυτό του και σε κάθε «ξεκωλιάρα».
Εκεί ένιωσε για πρώτη φορά ικανοποιημένος. Την τελευταία εβδομάδα εκπαίδευσης όταν έσπασε τα μούτρα ενός φαντάρου σε ένα φτιαχτό τσαμπουκά, σ’ ένα «κωλάδικο» κοντά στα σύνορα, ένιωσε επιτέλους “άνδρας”. Τον φουκαρά τον φαντάρο τον κράταγαν βέβαια τρεις «παλληκαράδες», της σειράς του και ήταν και «μαστουρωμένος», αλλά ο γιός του νοικοκυραίου πολύ το χάρηκε που τον χτύπαγε με όλη του τη δύναμη, καθώς σκεφτόταν μέσα του: “δεν είμαι πούστης, δεν είμαι πούστης, δεν είμαι πούστηηηηηηηηηηηηηηηηηηης !!!, είμαι άντρας ρεεεεεε”.

Όταν γύρισε στο χωριό με ένα τατουάζ “Μολόν Λαβαί” στον δεξί ώμο του και μια σπαρτιάτικη περικεφαλαία στο στήθος, ο πατέρας του, του πήρε μια μεταχειρισμένη «μπε-ε-βε, τζι-τι-εξ, σούπερ-τούρμπο, μι-τρία» με τις τελευταίες οικονομίες της οικογένειας. Πέρναγε τον καιρό του βλέποντας Λιακόπουλο και Άδωνις και διαβάζοντας επιτέλους βιβλία που μπορούσε να καταλάβει. Ναι, επιτέλους η αλήθεια που αυτός μόνο καταλάβαινε και που του έκρυβαν τόσα χρόνια οι “κουλτουριαρέοι” μασόνοι που τον εξευτέλιζαν με τα ακαταλαβίστσικα επιστημονικά επιχειρήματα κάθε φορά που προσπαθούσε να συμμετάσχει σε κάποια σοβαρή κουβέντα. Ήταν απόγονος των ΕΛ, ήταν κάτι σπουδαίο, δεν ήταν σαν τους «άλλους», τους «κρυφο-Εβραίους» και τις «αδερφές». Ήταν άριος, ήταν ξεχωριστός, δεν ήταν βλάκας, ήταν Έλληνας ανώτερος απ όλους και τον πολεμούσαν όλοι, δεν ήταν ηλίθιος και αμόρφωτος αυτός, οι άλλοι ήταν παραπλανημένοι, οι “εξυπνάκιδες”, αυτός γνώριζε την πραγματική αλήθεια. Ήταν ξεχωριστός, μέλος της εκλεκτής φυλής του θεού, ήταν Έλληνας, όχι απλά άνθρωπος ! Γυάλιζε το κυνηγετικό του όπλο κάθε μέρα και εξόντωνε κάθε σπουργίτι που είχε μείνει στο καμμένο δάσος, φαντασιωνόμενος πως εξοντώνει ορδές από “αράπηδες”, Πακιστανούς, Αλβανούς και άλλους αλλόθρησκους εχθρούς της πατρίδας, που τους έβαλαν οι «Αμερικάνοι» να καταργήσουν τη «θρησκεία και τα πιστεύω μας». Δούλευαν στα χωράφια του βέβαια, αλλά “αυτοί είναι πίθηκοι, είναι όπως τα ζώα, είναι φτιαγμένοι απ το θεό για να μας υπηρετούν”, σκεφτόταν κάθε φορά που στο τέλος της σεζόν κάρφωνε τους λαθρομετανάστες εργάτες στην αστυνομία για να απελαθούν και να μην τους πληρώσει. Άκουγε διαπασών κλαρίνα στην «αμαξάρα» του, γυρίζοντας τύφλα απ’ τα πανηγύρια και πάταγε αδέσποτους σκύλους και γάτες, «για πλάκα». Περιέργως ήταν πάντα “καψούρης” με κάποια φανταστική κοπέλα που υπήρχε μόνο στο μυαλό του, ή που την είχε δει κάπου τυχαία και που εκείνη προφανώς αγνοούσε ακόμα και την ύπαρξή του, λάτρευε τα καψουτράγουδα και ήταν σε μόνιμη ερωτική απογοήτευση χωρίς αντικείμενο.
Ο κυρ-νοικοκυραίος ήταν αδερφός του χασάπη, που ήταν μέγας και τρανός κομματάρχης του «Κόμματος». Του κόμματος που το ψήφιζε επειδή το ψήφιζε ο πατέρας του πατέρα του και ο πατέρας του. “Όλα κι όλα έτσι τα βρήκαμε, έτσι τα συνεχίζουμε”. Χρόνια παρακαλούσε για μια θεσούλα για το γιό του στο δημόσιο, αλλά «το ΑΣΕΠ μας έχει δέσει τα χέρια», του απαντούσε ο χασάπης, ανάθεμα στα κουμούνια και τις “αξιοκρατίες τους, χαλάσανε τις παραδόσεις και τις οικογένειες”. Ο γιος βοηθούσε και αυτός το Κόμμα κάνοντας θελήματα στις εκλογές για τον τοπικό βουλευτή του «Κόμματος» και νονό του (γόνος οικογένειας τσιφλικάδων, είχε βαφτίσει τουλάχιστον 1000 παιδιά στο νομό), μοιράζοντας φυλλάδια και σηκώνοντας ελληνικές σημαίες στις ομιλίες του.

Ώσπου κάποια μέρα ο χασάπης τον κάλεσε στο μαγαζί και καθώς έκοβε μια σπάλα με τον μπαλντά, του είπε: «λοιπόν ανηψιέ, υπάρχουν δυό θεσούλες απ’ το ‘παράθυρο’ για σένα, μια στην πυροσβεστική και μια στην ομάδα ΔΙΑΣ, ξέρεις, τους ‘ράμπο’ της αστυνομίας, πές μου πού θες να σε βάλω και θα το τακτοποιήσω». Δεν έκανε δεύτερη σκέψη. Ήξερε πολύ καλά για την πυροσβεστική απ’ το γιό της περιπτερούς, πως είναι ηρωικό επάγγελμα και επικίνδυνο. Όλοι τον θαύμαζαν και τον εκτιμούσαν, τον πυροσβέστη, ήρωας, παλικάρι λέγανε όλοι, “μπράβο του έχει κότσια αυτό το παιδί, νάναι καλά”, “πέρυσι παραλίγο να καεί ζωντανός για βγάλει μια οικογένεια από ένα σπίτι που πήρε φωτιά”, “τέτοιοι αξίζουν σεβασμό”, “αυτοί είναι άντρες ρε, με ψυχή”. Είχε και ένα μακρινό ξάδερφο που ήτανε «μπάτσος» στο ηθών και είχε χοντροκονομήσει «δουλεύοντας την κοινωνία» και «ξύνοντας τα αρχίδια του». Κανείς δεν τον χώνευε, όλοι τομάρι και καθίκι τον έλεγαν, πίσω απ την πλάτη του, γιατί μπροστά του ή δεν μιλάγανε, ή μιλάγαν μόνο για ποδόσφαιρο. “Κοπρίτης, νταβατζής είναι, κατακάθι της κοινωνίας, μαγκιά κλανιά και κώλος φινιστρίνι”, αυτά ήταν τα καλύτερα που μπορούσες να ακούσεις για αυτόν. Δεν χρειάστηκε καμία δεύτερη σκέψη. Τι δεύτερη σκέψη να κάνει ;
“Στη ΔΙΑΣ, στη ΔΙΑΣ !!!” ρε μπάρμπα, αναφώνησε αμέσως, “σιγά μην πάω γίνω πυροσβέστης, αν ήθελα μια δουλειά να κουράζομαι θα έμενα αγρότης, καμία δουλεία δεν είν ντροπή μπάρμπα …”


Μind The Gap

Παραλληλόγραφος

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Εγκώμιο φιλάθλων

Η θρησκεία, το ποδόσφαιρο και ο πατριωτισμός είναι το τρίπτυχο που ενώνει τους ηλίθιους του τόπου μου. Οι συλλογικοί μύθοι έχουν έναν δεσποτισμό που σε κάνει να βουρκώνεις και να μη σκέφτεσαι. Ο εθνικισμός που χειραγωγεί τα πλήθη είναι το ρεζιλίκι της ανθρώπινης ύπαρξης που φτάνει στο ξεχαρβάλωμα και στον εφιάλτη. Τα ολοκαυτώματα όπου γης είναι τα αποτελέσματα του αδυσώπητου έρωτα για το έθνος, τη θρησκεία και τις σωβρακοφανέλες του πολεμιστή.

Πίσω απ’ την ανθρώπινη υποχονδρία τού να υπερασπίζεσαι ένα χονδροειδές ψέμα ή μιαν αυταπάτη και να προσδιορίζεσαι μέσα απ’ αυτή βρίσκεται η ποικιλώνυμη εξουσία και τα συμφέροντά της. Η εξουσία επινοεί και διαχειρίζεται τους συλλογικούς μύθους. Τους χρησιμοποιεί ως βαλβίδες ασφαλείας έτοιμες να εκτονώσουν τα καταπιεσμένα πάθη και τις ασύδοτες καύλες που όταν ξεφεύγουν αλλάζουν τις κοινωνίες και τη διαχείρισή τους.

Οι συλλογικοί μύθοι είναι το αντίδοτο στην καταπίεση του οχταώρου σκλαβιάς που θα παράξει τα προς το ζην στον εργάτη και στα παιδιά του-τους μελλοντικούς εργάτες-αλλά και υπεραξία στον άρχοντα. Η υπεραξία τροφοδοτεί τη σοφία και την κουλτούρα της άρχουσας τάξης η οποία φυσικά δεν έχει θεούς, δαίμονες και ιδρωμένα πειραματόζωα.
Η ελευθερία της στηρίζεται στο δεσποτισμό. Η σκλαβιά της κατώτερης τάξης στηρίζεται στο παράδοξο και τη μεταφυσική.
Η ανώτερη τάξη εκφύλισε την κατώτερη και την έκανε πουτάνα της. Την ντύνει γελοία με τις υποκρισίες της, την κολακεύει με τον καρναβαλικό της ευδαιμονισμό. Επίσκοποι, ισχυροί άντρες, μονάρχες, αξιωματούχοι, διανοούμενοι είναι επιφορτισμένοι να επιβάλουν την εργασία σ’ αυτούς που προηγουμένως έχουν περάσει το χρυσοποίκιλτο χαλκά. Σ’ αυτούς που έχουν αποβλακώσει με κάθε μέσο.
Σ’ αυτούς που μασκαρεύονται με τα χρώματα της πατρίδας και ουρλιάζουν σαν στείρες σκύλες πνίγοντας τη φύση τους μέσα στο βόθρο των συμβόλων, της φλυαρίας και των αναμνήσεων. Προλετάριους που διδάσκονται καθημερινά ότι το προλεταριάτο ψόφησε. Κακομοίρηδες που πίστεψαν στο μεγαλείο της δημοκρατίας και βαυκαλίζονται με αρχαιολατρίες και Περικλέτους.
Ταλαίπωροι που έφυγαν απ’ τη μιζέρια του χωριού και βρέθηκαν υπάλληλοι στο κωλοχανείο της πόλης.
Μαστουρωμένοι με τα ιδεώδη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, το ΝΑΤΟ, τη γυναικούλα, την ασφάλεια και την ιερότητα των συνόρων που κάθε ξυπόλητος μαυριδερός πούστης παραβιάζει.
Αγανακτισμένοι που διαμαρτύρονται για τη μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, ελπίζοντας πως ένα μεγάλο κίνημα ελεημοσύνης θα αναπληρώσει την κατάργηση των κοινωνικών κεκτημένων, τη μείωση των μισθών, τη σταδιακή εξαφάνιση της χρήσιμης εργασίας, τη διάλυση της εκπαίδευσης, των συγκοινωνιών, των υπηρεσιών υγείας, της ποιοτικής γεωργίας, της φυσικής κτηνοτροφίας. Ελπίζοντας πως το κακό θα περάσει ξυστά όταν αυτοί θα μαλακίζονται με σημαίες, μεγαλόσταυρους και λοιπά εθνικά άκρως ηρωικά μουνόπανα και τριχωτές θειάδες άλλων χωρών που έχουν στο ώμο περασμένες τσάντες από ανθρώπινο πετσί.


Πηγή 

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Σάκο και Βαντσέτι - Η κρατική δολοφονία Αναρχικών μεταναστών

Στις 15 Απρλίου του 1920, δύο ταμίες του εργοστασίου υποδημάτων ΣΛΕΪΤΕΡ & ΜΟΡΙΛ, ο Φρέντερικ Πάρμεντερ και ο Αλεξάντερ Μπεραρντέλι, περπατούσαν στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης των Ηνωμένων Πολιτειών, στον κεντρικό δρόμο του Σάουθ Μπρέιντρι. Μαζί τους κουβαλούσαν δύο μικρά χρηματοκιβώτια με 15.000 δολάρια. Λίγο πριν φτάσουν στην πόρτα του εργοστασίου - περί τις 3 μ.μ. - δέχτηκαν επίθεση από ένοπλους ληστές, που άρχισαν να τους πυροβολούν. Οι ληστές αφού εκτέλεσαν τα θύματά τους πήραν τα χρηματοκιβώτια και το έσκασαν με αυτοκίνητο που τους περίμενε γι' αυτή τη δουλειά μαζί με άλλα μέλη της συμμορίας. Παρά το γεγονός ότι η ληστεία ήταν αιματηρή, δεν ήταν καθόλου ένα ασυνήθιστο γεγονός εκείνη την εποχή τόσο στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης όσο και γενικότερα στις ΗΠΑ.
Οι αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν τους ληστές ως ξένους, πιθανότατα Ιταλούς. Για το αυτοκίνητο που χρησιμοποιήθηκε στη ληστεία είπαν πως ήταν τύπου «Οβερλαντ».

 «Δολοφόνοι» με τα «πειστήρια» της καταγωγής και της ριζοσπαστικής ιδεολογίας τους για το δικαστικό σύστημα στις Ηνωμένες Πολιτείες της δεκαετίας του 1920, μάρτυρες και σύμβολα για τους χιλιάδες πολίτες και διανοούμενους ανά τον κόσμο που δεν κατάφεραν παρά το τεράστιο κύμα αλληλεγγύης να τους γλιτώσουν από την ηλεκτρική καρέκλα. Όμως, για τον Νικόλα Σάκο και τον Μπαρτολομέο Βαντσέτι, τους Ιταλούς μετανάστες στη γη της επαγγελίας, «η τελευταία στιγμή τους ανήκε, αυτή η θανάσιμη αγωνία ήταν ο θρίαμβός τους».

Η εκτέλεση των αναρχικών μεταναστών 7 χρόνια αργότερα στη Μασαχουσέτη με τις κατηγορίες του φόνου και της κλοπής, παρά την απουσία ισχυρών αποδείξεων και χωρίς να ληφθούν υπόψη μαρτυρίες που τους αθώωναν, δεν έκλεισε την ιστορία τους στο ντουλάπι της αμερικανικής ιστορίας στις ημέρες του αντικομμουνισμού και του φόβου των μεταναστών.
Η ιστορία του Νικ και του Μπαρτ, όπως τους φώναζαν οι φίλοι στην Αμερική, «γιγαντώθηκε», αφύπνισε συνειδήσεις και στοίχειωσε σαν φάντασμα επί δεκαετίες της Ηνωμένες Πολιτείες -έως ότου το 1977, 50 χρόνια μετά, ο τότε κυβερνήτης της Μασαχουσέτης Μάικλ Δουκάκης υπέγραψε τη διακήρυξη με την οποία αποκατέστησε μετά θάνατον τους Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι.

«Ποτέ σε όλη μας την ύπαρξη δεν θα μπορούσαμε να ελπίσουμε να κάνουμε τόσα πολλά για την ανεκτικότητα, τη δικαιοσύνη, την αλληλοκατανόηση μεταξύ των ανθρώπων, όπως κάνουμε τώρα, κατά λάθος. Τα λόγια μας, η ζωή μας, ο πόνος μας δεν είναι τίποτα. Η αφαίρεση της ζωής μας, της ζωής ενός τσαγκάρη και ενός φτωχού ψαρά, είναι τα πάντα. Η τελευταία στιγμή μας ανήκει. Αυτή η αγωνία είναι ο θρίαμβός μας»… Είναι τα λόγια του Βαντσέτι μετά την ετυμηγορία που έχουν γραφεί αμέτρητες φορές.

Οι Σάκο και Βαντσέτι συνελήφθησαν έχοντας στα ρούχα τους αναρχικά φυλλάδια και δύο όπλα. Στη συνέχεια βρέθηκαν να κατηγορούνται για την αιματηρή ληστεία.

Μετά από τρεις ακροάσεις, καταδικάστηκαν στην εσχάτη των ποινών το 1921 παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε κανένα ακράδαντο αποδεικτικό στοιχείο εις βάρος τους, τα άλλοθί που δήλωσαν και η απουσία ποινικού μητρώου είχαν αγνοηθεί, ούτε και ελήφθη ποτέ υπόψη η μεταγενέστερη ομολογία κρατούμενου Πορτορικανού, ο οποίος παραδέχθηκε πως είχε λάβει μέρος στην ένοπλη ληστεία και δεν είδε ποτέ τους Σάκο και Βαντσέτι.

Παρά το κύμα συμπαράστασης ανά τον κόσμο, τις διαδηλώσεις χιλιάδων εργατών, την κινητοποίηση του Τύπου, τη σύσταση επιτροπών για την απελευθέρωσή τους, τις δηλώσεις αλληλεγγύης από κορυφαίους διανοούμενους και συγγραφείς της εποχής, όλες οι αιτήσεις για την επανεκδίκαση της υπόθεσης απορρίφθηκαν και οι Ιταλοί μετανάστες κάθισαν στην ηλεκτρική καρέκλα στο Τσαρλστάουν τις 23 Αυγούστου του 1927 –πρώτα ο Σάκο στις 0.19 τα ξημερώματα, και εννέα λεπτά αργότερα, στις 0.26 ο Βαντσέτι. Μέχρι την τελευταία στιγμή διακήρυτταν την αθωότητά τους.

Ο Φερνινάντο Νικόλα Σάκο από το Τορεματζόρε της επαρχίας Φότζα, έφθασε στις Ηνωμένες Πολιτείες λίγο πριν συμπληρώσει τα 18 του χρόνια, το 1909. Ο Βαντσέτι, γιος αγρότη από το Βιλαφαλέτο της επαρχίας Κούνεο, είχε κάνει το μεγάλο ταξίδι σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής στην Αμερική ένα χρόνο νωρίτερα, το 1908, σε ηλικία 20 ετών. Οι δρόμοι τους και η ιδεολογία τους «συναντήθηκαν» εννέα χρόνια αργότερα στους κόλπους ιταλο-αμερικανικής αναρχικής οργάνωσης, και πρωτοστάτησαν στις απεργίες στις τάξεις του εργατικού κινήματος.

 Η οργάνωση διέφυγε το 1917 στο Μεξικό για να μην στρατολογηθεί για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στον οποίο αντιτασσόταν. Εκεί χτίστηκε η φιλία του Μπαρτ και του Νικ, και έμειναν αχώριστοι μέχρι τέλους. Όταν επέστρεψαν στη Μασαχουσέτη δεν γνώριζαν ότι βρίσκονται στη λίστα των ανατρεπτικών στοιχείων που είχε καταρτίσει το υπουργείο Δικαιοσύνης, ούτε ότι τους παρακολουθούν μυστικοί πράκτορες.

Στις ριζοσπαστικές πολιτικές τους πεποιθήσεις και στην άρνησή τους να υπηρετήσουν στον πόλεμο «επένδυσε» η εισαγγελία στη δίκη, και σε συνδυασμό με την προκατάληψη για τους μετανάστες ήλθε η θανατική καταδίκη, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι νέες εξελίξεις στην υπόθεση και να δοθεί το δικαίωμα σε νέα δίκη. Αντιαμερικανικές διαδηλώσεις έλαβαν χώρα σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, οι μεγαλύτερες στην Ιταλία και τη Γαλλία, και σε μία από αυτές στο Παρίσι εξερράγη βόμβα παρασύροντας στο θάνατο 20 ανθρώπους.

«Δεν θα ευχόμουν σε ένα σκυλί ή σε ένα φίδι, στο πιο χαμερπές και δύστυχο πλάσμα στη γη, δεν θα ευχόμουν σε κανένα από αυτά όσα έχω υποφέρει για πράγματα για τα οποία δεν είμαι ένοχος. Όμως, πεποίθησή μου είναι πως έχω υποφέρει για πράγματα για τα οποία είμαι ένοχος. Υποφέρω γιατί είμαι ριζοσπάστης, και πράγματι είμαι ριζοσπάστης. Υποφέρω γιατί είμαι Ιταλός, και πράγματι είμαι Ιταλός. Όμως, είμαι σίγουρος πως έχω το δίκιο με το μέρος μου, ώστε αν μπορούσατε να με εκτελέσετε δύο φορές, και αν μπορούσα να ξαναγεννηθώ άλλες δύο, θα ζούσα την ίδια ζωή και θα έκανα όσα έχω ήδη κάνει».

Είναι τα λόγια του Βαντσέτι όταν απευθύνεται για τελευταία φορά στον δικαστή Ουέμπστερ Θάγιερ…

* Η ιστορία των Σάκο και Βαντσέτι έχει μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη με την ιταλο-γαλλική παραγωγή του Τζουλιάνο Μοντάλντο το 1971, με τη μουσική του Ένιο Μορικόνε και την Τζοάν Μπαέζ στο διάσημο Here’s to You (με τα λόγια του Βαντσέτι) και τη Ballata per Sacco e Vanzetti, που θύμισαν μία υπόθεση που για πολλούς είχε ξεχαστεί.









Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Σκατά στους τάφους σας, ευεργέτες!


Θυμάμαι στα παλαιά λεωφορεία διάφορα αναρτημένα ταμπελάκια με εξυπνάδες. Πιασμένα συνήθως πάνω απ’ τα κεφάλια των επιβατών με δυο αλυσιδίτσες. Μια τρελή γκάμα από καλογερίστικα τσιτάτα και θεϊκές προτροπές μέχρι εκλεπτυσμένο μισανθρωπισμό. Μια απ’ αυτές τις σπουδαίες σοφίες που κυκλοφορούσε ήταν το: ουδείς πιο αχάριστος εκ του ευεργετηθέντος. Ένα γελοίο φασιστικό γνωμικό που διαιωνίζουν συνήθως βλάκες οικογενειάρχες υποτελείς. Βεβαίως από τη μια διότι δέχονται τα καλούδια του καθάρματος που λέγεται ευεργέτης κι από την άλλη γιατί υπερτονίζουν την κατωτερότητα και το ποταπό ηθικό ανάστημα του ευεργετηθέντος. Δηλαδή του ζώου που δέχτηκε την ευεργεσία. Σήμερα, που ο καπιταλισμός κάνει το μεγάλο ξεπάτωμα, οι προς αξιολόγηση φωτισμένοι δάσκαλοι των παιδιών τοποθετούν με άκρα προσοχή τα πρόβατα στο αρμεκτήριο. Με αφορμή την ημέρα μνήμης και τιμής των εθνικών ευεργετών δόθηκε στους μαθητές το παρακάτω κείμενο:

Κάθε χρόνο στις 30 Σεπτεμβρίου εορτάζεται η «Ημέρα μνήμης και τιμής των Εθνικών Ευεργετών». Στις 14 Σεπτεμβρίου 2014 συμπληρώνονται 200 χρόνια από την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας (1814-2014), που συνέβαλε με καθοριστικό τρόπο στην εθνική παλιγγενεσία. Η Εταιρεία Ελλήνων Ευεργετών διοργανώνει διαγωνισμό έκθεσης για τους μαθητές των σχολικών μονάδων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, οι μαθητές της Α΄ και Β΄ Λυκείου, σε μέρα που θα οριστεί από το Σύλλογο διδασκόντων και για δύο διδακτικές ώρες, θα γράψουν έκθεση με θέμα: «Οι Εθνικοί Ευεργέτες του 19ου αιώνα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην συγκρότηση και ανάπτυξη του σύγχρονου Ελληνικού κράτους. Οι έννοιες της φιλανθρωπίας, της φιλοπατρίας, της ανιδιοτελούς προσφοράς, της δωρεάς, της αλληλεγγύης και του φιλότιμου αναδείχθηκαν στον μέγιστο βαθμό με ιδεατό πρότυπο τη Φιλική Εταιρεία και Φιλόμουσο Εταιρεία. Με ποιούς τρόπους θα μπορούσε η ευεργεσία να συμβάλει στον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων πολίτη- κράτους και ως εκ τούτου στην ανάταξη της ελληνικής κοινωνίας με βάση τις πανανθρώπινες ελληνικές αξίες;» (400-500 λέξεις περίπου). Η βράβευση όλων των μαθητών, Δημοτικών Σχολείων, Γυμνασίων και Λυκείων, των οποίων τα έργα θα επιλεγούν από κάθε Περιφερειακή Διεύθυνση, θα γίνει σε εορταστική εκδήλωση στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.
Και φυσικά εδώ θα πρέπει ο κάθε μαθητής να κάνει το απαραίτητο γλείψιμο για να βραβευτεί. Θα πρέπει με τη συμβολή των δασκάλων του να σκύψει και να δώσει κώλο στους ευεργέτες του. Σ’ αυτούς δηλαδή που απολύουν τον πατέρα του απ’ τη δουλειά. Σ’ αυτούς που παίζουν στο χρηματιστήριο το μέλλον του. Σ’ αυτούς που κερδοσκοπούν απ’ τη φτωχοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων υπάρξεων. Σ’ αυτούς που κλέβουν τόσα χρόνια τον παραγόμενο πλούτο. Σ’ αυτούς που έχουν στα σπίτια τους χρυσές χέστρες και κάνουν διακοπές στην καραϊβική. Σ’ αυτούς που εκμαυλίζουν συνειδήσεις και οργιάζουν σπέρνοντας ιδεολογήματα και αυταπάτες, περί ισονομίας και δικαίου. Περί ελευθερίας του λόγου και περί ελευθέρας επιλογής. Σ’ αυτούς που ξεσπαθώνουν εναντίον του ολοκληρωτισμού αλλά έχουν εγκαταστήσει με τον πιο πούστικο τρόπο έναν νέο ολοκληρωτισμό. Έναν ολοκληρωτισμό ερμαφρόδιτο και τρέντι.

Οι κυβερνήσεις με τα ρόπαλα και τα εκτελεστικά αποσπάσματα, με τους τεχνικούς λοιμούς, τις μαζικές φυλακίσεις και εκτοπίσεις δεν είναι μόνο απάνθρωπες αλλά και αναποτελεσματικές. Και στον αιώνα της βαριάς τεχνολογίας η αναποτελεσματικότητα είναι ιεροσυλία. Ένα πραγματικά ολοκληρωτικό κράτος είναι αυτό που τα παντοδύναμα αφεντικά διευθύνουν με τα στελέχη τους ένα πληθυσμό σκλάβων, οι οποίοι δεν χρειάζεται να καταστέλλονται γιατί αγαπούν την υποτέλεια. Στα σημερινά καθεστώτα η πειθώ των μαζών για τα καλά της υποτέλειας περνάει κυρίως απ’ τους εκδότες των εφημερίδων, τις τηλεοράσεις και τους καθηγητές. Τους καθηγητές που χωράνε στη βρακοζώνα τους διαταγές ανωτέρων λες και είναι δεκανείς και λοχίες. Τους καθηγητές που βάζουν τους μαθητές τους να γράψουν ηλίθιες εκθέσεις υποτέλειας γιατί το ζήτησε η εταιρία ελλήνων ευεργετών ή η ένωση ελλήνων κωλομπαράδων. Τους καθηγητές που τρέχουν να αγοράσουν δεξιότητες, καινοτομίες και διδακτορικά της πούτσας για να γλιτώσουν την απόλυση και τη μισθολογική σφαλιάρα. Καθηγητές που οδηγούν μια ολόκληρη γενιά στα σκατά και την ανεργία. Καθηγητές έτοιμους και πρόθυμους να καταδώσουν μαθητές τους στην ασφάλεια. Καθηγητές που φοράνε κουκούλα. Κι ότι ελάχιστο γλιτώσει απ’ αυτούς θα το αναλάβει η αστυνομία στους δρόμους.
Ο νέος που θα γράψει στην έκθεσή του: Σκατά στους τάφους σας, ευεργέτες!, δεν πρόκειται να μπει στο πανεπιστήμιο. Όπως ο Ασημάκης Πανσέληνος δεν μπήκε σε καμιά ανθολογία ποίησης όταν έγραφε για τους εθνικούς ευεργέτες. Οι ποιητές που είπαν την αλήθεια διώκονται και μετά θάνατον.

ΕΘΝΙΚΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΑΙ

Του Έθνους μας «αείμνηστοι ευεργέται»
ο Γεώργιος Αβέρωφ κι ο Συγγρός,
(όρα και λεξικό Ελευθερουδάκη
να ιδείς κι οι δυο πώς πήρανε τα εμπρός.)
Πνεύματα ζωτικά κι εξυψωμένα
και προ παντός στο χρήμα φειδωλοί,
πλουτίσαν για της φτώχειας το χατήρι
κι ωφέλησαν τον τόπο μας πολύ.
Γι αυτό, σαν που απαιτεί δα κι η επιστήμη,
χτίσαν στεριές κι ευάερες φυλακές
-το πνεύμα και το χρήμα είναι υπερούσιες
δυνάμεις υψηλές κι ευγενικές.
Τώρα πια κι ο δικαστής με δίχως τύψη,
κοιτάει του Ιησού την όψη την αιώνια,
το γράμμα και το πνεύμα του ιδιώνυμου
και σε σφαλνά εκεί μέσα λίγα χρόνια.
Τώρα οι πατέρες βγάζουν, για παράδειγμα,
τα τέκνα τους σεργιάνι κατά κει
κι εύχουνται να γενούν χρηστοί πολίτες
να χτίσουνε κι αυτά μια φυλακή.

(Από τη συλλογή Μέρες οργής, 1945)



Αντώνης Αντωνάκος 

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Η εποχή των αξιοσέβαστων σκιάχτρων



Υπάρχει ένας μύθος, που λέει για έναν άντρα, που περνούσε κάποτε από ένα χωράφι κι είδε εκεί ένα σκιάχτρο στην άκρη του φράχτη, αποβλακωμένο και φθονερό, να τρομάζει τα πουλιά και τους περαστικούς. Σαν τον εσταυρωμένο, με κεφάλι που έμοιαζε με κολοκύθα και στομάχι πρησμένο απ’ τα άχυρα. Ο άντρας τού έπιασε κουβέντα, λέγοντάς του πόσο βλακώδες και βαρετό είναι να κάθεται εκεί ολομόναχο, χωρίς να κάνει τίποτε. Το σκιάχτρο του απάντησε, πως, τού είναι μεγάλη χαρά να τρομάζει τους επικίνδυνους, αυτούς που επιβουλεύονται τη σοδειά και τα πλούτη του αφεντικού και πως δεν κουράζεται ποτέ να στέκεται έτσι τρομερά μοναχικό, μοχθηρό και άθλιο.
Ο άντρας τού είπε τότε πως κι αυτός προσπαθεί να κάνει το ίδιο αλλά χωρίς αποτελέσματα. Τότε το σκιάχτρο του λέει, πως, μόνο όσοι έχουν μέσα τους σκέτο άχυρο μπορούν να τρομάξουν κάτι. Κι ο άντρας κατάλαβε τότε την αλήθεια στα λεγόμενα του σκιάχτρου. Πως, όποιος έχει στο σώμα του σάρκα και αίμα φοβάται, σκέφτεται, πονά, αντιδρά. Αυτός όμως που δεν έχει τίποτε μέσα του παρά μόνο άχυρα, εκφοβίζει όλα όσα τον προσεγγίζουν. Είναι μονίμως σκιάχτρο και τίποτε άλλο. Ένα σκιάχτρο που δίνει το μήνυμα. Κανείς μην πλησιάσει τον πλούτο και κανείς μην τολμήσει να πατήσει το φράχτη. Είναι φτιαγμένος και παραγεμισμένος με υλικά που σπέρνουν φόβο. Φόβο για να μην απλώσεις το χέρι σου όταν πεινάς και φόβο για να μην διεκδικείς αυτό που σου ανήκει κι αυτό που σου κλέβουν. Σήμερα λοιπόν αυτά τα σκιάχτρα κάνουν τη δουλειά. Σήμερα είναι η εποχή των σκιάχτρων.

Η εποχή των αξιοσέβαστων σκιάχτρων. Των νεοφιλελεύθερων σκιάχτρων. Των σκιάχτρων με τα διδακτορικά και τις δεξιότητες. Των αδίστακτων σκιάχτρων που έχουν όλα την ίδια μούρη. Τη μούρη του Άδωνι Γεωργιάδη και του Θεόδωρου Πάγκαλου. Τη μούρη του Πατακού και του Μάλιου. Πετσιά μνησικακίας και αμοραλισμού. Σκιάχτρα σήμερα είναι οι πρόθυμοι ηλίθιοι, που ζητούν απ’ τα θεσμοθετημένα σκιάχτρα να τους αξιολογήσουν, για να πιστοποιήσουν εάν είναι επαρκή σκιάχτρα, ώστε να φοβίζουν επαρκώς τους έγκλειστους νεολαίους στα καταγώγια της κυρίαρχης ιδεολογίας. Σκιάχτρα είναι οι διανοούμενοι που μαγαρίζουν τη συνείδηση του λαού, με αντάλλαγμα ένα ξεροκόμματο δημοσιότητας.
Σκιάχτρα είναι οι δημοσιογράφοι, που μπορούν να πουλήσουν και τη μάνα τους για τα κέρδη και τα συμφέροντα του προστάτη τους. Σκιάχτρα είναι οι δάσκαλοι και οι γονείς που δέχονται το ίδρυμα Νιάρχου στα σχολεία, για να μοιράσει υγιεινά σάντουιτς στα παιδιά τους και ψηφιακή αμεριμνησία. Σκιάχτρα είναι οι συστημικοί συνδικαλιστές που ως γιουσουφάκια της εξουσίας σπέρνουν αυταπάτες και μοιρολατρία. Σκιάχτρα είναι οι βαρβάτοι αξιολογητές, που για τα τριάντα αργύρια του ΕΣΠΑ έρχονται να ξεπατώσουν ανθρώπους. Σκιάχτρα είναι οι καλλιτέχνες της κακής αισθητικής και της αποβλάκωσης. Σκιάχτρα είναι οι σκυλάδες διασκεδαστές που κάνουν λοβοτομή στο λαό, χτίζοντας αισθητικά τηλεοπτικά κρεματόρια και χαζοχαρούμενο όχλο. Σκιάχτρα είναι οι τράπεζες που σε δένουν πισθάγκωνα.
Σκιάχτρα είναι οι χωροφύλακες που σε θεωρούν επικίνδυνο. Σκιάχτρα είναι οι καθηγητές σου που σε θεωρούν ταραξία. Σκιάχτρα είναι οι πρόεδροι των κρατών. Ο σύνδεσμος βιομηχάνων. Η πουλημένη ΓΕΣΕΕ. Η ανεργία. Η απόλυση. Σκιάχτρο είναι ο πληρωμένος έρωτας και η γνώση που κοστίζει ακριβά. Σκιάχτρο είναι ο χρυσαυγίτης της διπλανής πόρτας. Σκιάχτρο είναι ο δήμαρχος που ευλογεί τις παράνομες αμμοληψίες στον Αχελώο, που μπαζώνει ρέματα, που πετάει τα σκουπίδια στους αγρούς και στις θάλασσες. Σκιάχτρο είναι ο μισαλλόδοξος λόγος του παπά και του φασίστα. Οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι. Η εξαθλίωση που χωνεύεται και συνηθίζεται. Σκιάχτρα είμαστε όσοι λέμε ψέματα στα παιδιά μας. Όσοι γινόμαστε υποταχτικοί. Όσοι επαναστατούμε εντός της οικίας μας κι εντός του γιοταχί μας πηγαίνοντας στη δουλειά. Όσοι είμαστε σκόρπιοι και ασυνάρτητοι. Όσοι κοιτάμε τη δουλίτσα μας. Όσοι περιμένουμε τους άλλους να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα. Όλα τα πλούσια χωράφια έχουν σκιάχτρα και φράχτες. Κι όταν δεν μπορούν τα σκιάχτρα κι οι φράχτες να κάνουν σωστά τη δουλειά έρχονται τα ΜΑΤ, ο στρατός, το ΝΑΤΟ.



Αδέσποτος Σκύλος 

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Καλά του έκαναν;


- ΚΑΛΑ ΤΟΥ ΕΚΑΝΑΝ;

Προβληματίζει η εικόνα του Άντερς Μπρέιβικ καθώς τον βλέπουμε χαμογελαστό να «βγάζει τη γλώσσα» σε μια ολόκληρη χώρα έχοντας αφήσει πίσω του 84 πτώματα πριν 3 χρόνια. Τον θυμάμαι να οδηγείται σαν κύριος στην δικαιοσύνη λες και δεν είχε μακελέψει μια ολόκληρη χώρα, σα να μην είχε στραφεί ενάντια σε μια ολόκληρη κοινωνία, λες και δεν ήταν εχθρός της δημοκρατίας των ψυχρών Νορβηγών.

Άλλα ήθη, άλλα έθιμα θα πει κανείς. Άλλη δημοκρατία θα πω εγώ και άλλη αστυνομία θα πω εγώ και ας παρεξηγηθώ. Προφανώς το κράτος των Νορβηγών υπολείπεται αντανακλαστικών και οι Nορβηγοί αστυνομικοί βλέπουν διαφορετικά το επάγγελμά τους από τους Έλληνες συναδέλφους τους.

Μάλλον οι ψυχροί αστυνομικοί στη Νορβηγία είχαν στα χέρια τους έναν κατηγορούμενο που έπρεπε να οδηγηθεί στην δικαιοσύνη ώστε να λογοδοτήσει, σε αντίθεση με τους συναδέλφους τους στην Ελλάδα που λειτουργούν οι ίδιοι σαν τιμωροί και εκδικητές.

Και κάποιοι φυσικά χειροκροτούν, κάποιοι υπερθεματίζουν. Καλά του έκαναν απαντούν κάποιοι υπερασπιζόμενοι τη στάση των σωφρονιστικών υπαλλήλων στη δολοφονία του Ιλί Καρέλι, ιεραρχώντας με τον τρόπο αυτό την παραβατικότητα και δικαιολογώντας την χρήση βίας.

Δεν μας λένε όμως και δεν δικαιολογούν την αντίδρασή τους σε κάποια άλλα περιστατικά. Ας πούμε, πως αντέδρασαν με τους  δύο νταήδες που έσφαξαν έναν μεροκαματιάρη που τους έκλεινε το δρόμο με το ποδήλατο; Πως αντέδρασαν με τον δολοφόνο του Π.Φύσσα; Πως αντέδρασαν όταν έπιασαν έναν πρώην υπουργό να έχει κλέψει έναν ολόκληρο προυπολογισμό μιάς χώρας; Πως αντέδρασαν όταν έπιασαν ένα τσούρμο από μπάτσους που πουλούσε πρέζα σκορπώντας το θάνατο και ξεφτιλίζοντας τους ίδιους;

Αν θέλουμε να μιλάμε για δημοκρατία ας κοιτάξουμε το χαμογελαστό πρόσωπο του Μπρέιβικ στη Νορβηγία. Αν θέλουμε να μιλάμε για υποκρισία όμως ας θυμηθούμε τα χειροκροτήματα στους «σάπιους» αστυνομικούς με την πρέζα.

Λοιπόν; Καλά του έκαναν;



- Ένα περσινό άρθρο του Πέτρου Κατσάκου, προσαρμοσμένο στο πρόσφατο περιστατικό αυτοδικίας.

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Η Ευρώπη των λαών - Όμορφα ψέματα στα παιδιά μας



Το βιβλίο Γεωγραφίας της Ε’ Δημοτικού ανήκει στην καινούρια γενιά βιβλίων που ενθαρρύνουν τη συζήτηση καθηγητή και μαθητών μέσα στην τάξη. Προτείνονται συζητήσεις για τους κανονισμούς της Ε.Ε., για το πώς ρυθμίζουν ζητήματα της καθημερινότητας «διαμορφώνοντας καλύτερη ποιότητα ζωής» ή για το πώς μπορούν να αξιοποιηθούν τα χρήματα που δίνει η Ε.Ε ώστε «να πετύχουμε τη μεγαλύτερη βελτίωση της ζωής μας και της ανάπτυξης της πατρίδας μας» ή η κουβέντα για «τα πλεονεκτήματα που μας παρέχει το ευρώ στις μετακινήσεις μας, στις συγκρίσεις των τιμών κτλ.». Όμως, αναρωτιέμαι σε ποια βάση θα τεθούν από τη μεριά των εκπαιδευτικών τα διάφορα θέματα. Άραγε τα παιδιά θα ενημερωθούν ποτέ ότι στα κράτη-μέλη εντός Ε.Ε και Ευρωζώνης, πάντα σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, τα ποσοστά της φτώχειας για το 2011 ήταν:

– Βουλγαρία 49,10% (3.750.000 άνθρωποι περίπου),

– Ρουμανία 40,30% (8.660.000 άνθρωποι περίπου),

– Ελλάδα 31,00% (3.490.000 άνθρωποι περίπου),

– Ιρλανδία 29,40% (1.323.000 άνθρωποι περίπου),

– Ιταλία 28,20% (16.890.000 άνθρωποι περίπου),

– Ισπανία 27,00% (12.460.000 άνθρωποι περίπου),

– Πορτογαλία 24,40 % (2.600.000 άνθρωποι περίπου).

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην πανίσχυρη Γερμανία που αποτελεί πρότυπο ανάπτυξης, η φτώχεια αγγίζει το 19,90%, ποσοστό που μεταφράζεται σε 16.500.000 ανθρώπους περίπου. Τα ποσοστά παρουσιάζονται εδώ και σε απόλυτους αριθμούς με αναγωγή στον πληθυσμό του 2011, διότι η φτώχεια δεν αφορά στατιστικούς δείκτες, αφορά ζωές.



Οι άστεγοι στο στόχαστρο


Στα κράτη μέλη της Ε.Ε., οι άστεγοι ξεπερνούν τα 3.000.000 ανθρώπους. Αυτή ήταν στις αρχές του 2012 η εκτίμηση από την ίδια την Ε.Ε., ωστόσο ο αριθμός αυτός αμφισβητείται καθώς είναι κατά πολύ μικρότερος σε σύγκριση με τους αριθμούς που δίνουν άλλοι οργανισμοί. Γιατί να συμβαίνει κάτι τέτοιο, θα ρωτούσε η ανιψιά μου; Μα διότι, όπως δήλωσε ο επίτροπος Μισέλ Μπαρνιέ ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, «οι κοινοτικές υπηρεσίες δεν έχουν καταγράψει τον αριθμό των αστέγων στην Ευρώπη, διότι δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί ακριβώς ο όρος του αστέγου». Ίσως μάλιστα, επειδή ακριβώς ο όρος του αστέγου δεν έχει προσδιοριστεί στην Ε.Ε., να καλλιεργείται σε κάποια κράτη-μέλη ένα εχθρικό κλίμα εναντίον των αστέγων και να ενθαρρύνεται η ποινικοποίηση της επαιτείας. Στο πλαίσιο εννοείται της προσπάθειας για βελτίωση της ποιότητας ευρωπαϊκής ζωής… Πιο συγκεκριμένα:

– Στην Ισπανία, η Ana Botella, δήμαρχος της Μαδρίτης ετοιμάζει σχέδιο νόμου σύμφωνα με το οποίο στο πλαίσιο της ειρηνικής συνύπαρξης των πολιτών θα τιμωρούνται ορισμένες συμπεριφορές, με επιβολή κυρώσεων και πρόστιμο 750 ευρώ. Το μέτρο θα αφορά όσους ζητιανεύουν στις εισόδους εμπορικών κέντρων, γραφείων, σχολείων και νοσοκομείων, κοιμούνται σε παγκάκι ή πωλούν χαρτομάντιλα στα φανάρια για να εξασφαλίσουν ένα γεύμα. Το πρόστιμο μπορεί να φτάσει και τα 3.000 ευρώ αν πραγματοποιείται επαιτεία συνοδεία παιδιού (άρθρο του Bruno Garcia Gallo, El Pais, 8.10.2013).

– Στη Σουηδία, το ακροδεξιό κόμμα Δημοκράτες της Σουηδίας κατέθεσε πρόταση στο Κοινοβούλιο, με την οποία ζητά η επαιτεία από ξένους να αποτελεί λόγο απέλασης από τη χώρα και απαγόρευσης εισόδου σε αυτή για πάντα (άρθρο Agence France-Presse, 7.11.2013).

– Στη Νορβηγία, η κυβέρνηση συνασπισμού, στην οποία συμμετέχει το συντηρητικό φιλελεύθερο Κόμμα της Προόδου, θέλει να επιτρέψει στους δήμους να ενσωματώσουν απαγόρευση της επαιτείας στις τοπικές αστυνομικές διατάξεις τους. Ένα μέτρο που στοχεύει κυρίως στην απομάκρυνση των Ρομά από τη χώρα (άρθρο της Helen Collins, Daily Mail, 9.10.2013).

– Στην Ουγγαρία, το κοινοβούλιο συζητά ένα νομοσχέδιο που θα επιτρέπει στις τοπικές αρχές να επιβάλλουν πρόστιμο μέχρι και φυλάκιση σε αστέγους. Μάλιστα, δεν είναι η πρώτη φορά που ανοίγει μια τέτοια συζήτηση, εφόσον και το 2011 ένας σχετικός τοπικός νόμος στη Βουδαπέστη επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα με πρόστιμα ύψους μέχρι 650 δολαρίων ή ακόμη και με ποινή φυλάκισης (άρθρο της Kristina Jovanovski, Aljazeera, 29.9.2013).

– Στη Γαλλία, ο υπουργός Εσωτερικών του 2011 Claude Gueant θέσπισε νόμο για την «επιθετική επαιτεία». Όπως δήλωσε, αναφερόμενος κυρίως στους Ρομά, στόχος είναι «να επιστρέψουν οι παραβάτες στη χώρα καταγωγής τους είτε εθελοντικά είτε διά της βίας». Το πρόστιμο που επιβάλλεται σε όσους παρανομούν επαιτώντας είναι 38 ευρώ (άρθρο του Henry Samuel, The Telegraph, 13.9.2011).

– Στην Ιταλία, το 2008 η Βενετία έγινε η πρώτη ιταλική πόλη που απαγόρευσε την επαιτεία επιβάλλοντας πρόστιμα από 25 μέχρι 50 ευρώ. Ο Augusto Salvadori του Βενετικού Τμήματος Αστικών Υποθέσεων είχε δηλώσει ότι «το σύνολο του πληθυσμού της Βενετίας ήθελε αυτό το μέτρο ενάντια στην επαιτεία διότι είναι ενοχλητικό για τους πολίτες και τους τουρίστες, βλάπτει την εικόνα της Βενετίας και κάνει το περπάτημα μέσα στην πόλη ακόμα πιο δύσκολο» (άρθρο του Nick Pisa, The Telegraph, 24.7.2008).

Στο πλαίσιο του μαθήματος της Γεωγραφίας προτείνεται επίσης συζήτηση στην τάξη και για τα πλεονεκτήματα του ευρώ!!!

 —Απόσπασμα απο το άρθρο του Π.ΚΟΤΣΩΝΗ: “Tι ωραία ψέματα - Η Ευρωπαική Ένωση μέσα απο το βιβλίο Γεωγραφίας της Ε’ Δημοτικού”
Ολόκληρο το άρθρο ΕΔΩ