Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Σάκο και Βαντσέτι - Η κρατική δολοφονία Αναρχικών μεταναστών

Στις 15 Απρλίου του 1920, δύο ταμίες του εργοστασίου υποδημάτων ΣΛΕΪΤΕΡ & ΜΟΡΙΛ, ο Φρέντερικ Πάρμεντερ και ο Αλεξάντερ Μπεραρντέλι, περπατούσαν στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης των Ηνωμένων Πολιτειών, στον κεντρικό δρόμο του Σάουθ Μπρέιντρι. Μαζί τους κουβαλούσαν δύο μικρά χρηματοκιβώτια με 15.000 δολάρια. Λίγο πριν φτάσουν στην πόρτα του εργοστασίου - περί τις 3 μ.μ. - δέχτηκαν επίθεση από ένοπλους ληστές, που άρχισαν να τους πυροβολούν. Οι ληστές αφού εκτέλεσαν τα θύματά τους πήραν τα χρηματοκιβώτια και το έσκασαν με αυτοκίνητο που τους περίμενε γι' αυτή τη δουλειά μαζί με άλλα μέλη της συμμορίας. Παρά το γεγονός ότι η ληστεία ήταν αιματηρή, δεν ήταν καθόλου ένα ασυνήθιστο γεγονός εκείνη την εποχή τόσο στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης όσο και γενικότερα στις ΗΠΑ.
Οι αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν τους ληστές ως ξένους, πιθανότατα Ιταλούς. Για το αυτοκίνητο που χρησιμοποιήθηκε στη ληστεία είπαν πως ήταν τύπου «Οβερλαντ».

 «Δολοφόνοι» με τα «πειστήρια» της καταγωγής και της ριζοσπαστικής ιδεολογίας τους για το δικαστικό σύστημα στις Ηνωμένες Πολιτείες της δεκαετίας του 1920, μάρτυρες και σύμβολα για τους χιλιάδες πολίτες και διανοούμενους ανά τον κόσμο που δεν κατάφεραν παρά το τεράστιο κύμα αλληλεγγύης να τους γλιτώσουν από την ηλεκτρική καρέκλα. Όμως, για τον Νικόλα Σάκο και τον Μπαρτολομέο Βαντσέτι, τους Ιταλούς μετανάστες στη γη της επαγγελίας, «η τελευταία στιγμή τους ανήκε, αυτή η θανάσιμη αγωνία ήταν ο θρίαμβός τους».

Η εκτέλεση των αναρχικών μεταναστών 7 χρόνια αργότερα στη Μασαχουσέτη με τις κατηγορίες του φόνου και της κλοπής, παρά την απουσία ισχυρών αποδείξεων και χωρίς να ληφθούν υπόψη μαρτυρίες που τους αθώωναν, δεν έκλεισε την ιστορία τους στο ντουλάπι της αμερικανικής ιστορίας στις ημέρες του αντικομμουνισμού και του φόβου των μεταναστών.
Η ιστορία του Νικ και του Μπαρτ, όπως τους φώναζαν οι φίλοι στην Αμερική, «γιγαντώθηκε», αφύπνισε συνειδήσεις και στοίχειωσε σαν φάντασμα επί δεκαετίες της Ηνωμένες Πολιτείες -έως ότου το 1977, 50 χρόνια μετά, ο τότε κυβερνήτης της Μασαχουσέτης Μάικλ Δουκάκης υπέγραψε τη διακήρυξη με την οποία αποκατέστησε μετά θάνατον τους Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι.

«Ποτέ σε όλη μας την ύπαρξη δεν θα μπορούσαμε να ελπίσουμε να κάνουμε τόσα πολλά για την ανεκτικότητα, τη δικαιοσύνη, την αλληλοκατανόηση μεταξύ των ανθρώπων, όπως κάνουμε τώρα, κατά λάθος. Τα λόγια μας, η ζωή μας, ο πόνος μας δεν είναι τίποτα. Η αφαίρεση της ζωής μας, της ζωής ενός τσαγκάρη και ενός φτωχού ψαρά, είναι τα πάντα. Η τελευταία στιγμή μας ανήκει. Αυτή η αγωνία είναι ο θρίαμβός μας»… Είναι τα λόγια του Βαντσέτι μετά την ετυμηγορία που έχουν γραφεί αμέτρητες φορές.

Οι Σάκο και Βαντσέτι συνελήφθησαν έχοντας στα ρούχα τους αναρχικά φυλλάδια και δύο όπλα. Στη συνέχεια βρέθηκαν να κατηγορούνται για την αιματηρή ληστεία.

Μετά από τρεις ακροάσεις, καταδικάστηκαν στην εσχάτη των ποινών το 1921 παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε κανένα ακράδαντο αποδεικτικό στοιχείο εις βάρος τους, τα άλλοθί που δήλωσαν και η απουσία ποινικού μητρώου είχαν αγνοηθεί, ούτε και ελήφθη ποτέ υπόψη η μεταγενέστερη ομολογία κρατούμενου Πορτορικανού, ο οποίος παραδέχθηκε πως είχε λάβει μέρος στην ένοπλη ληστεία και δεν είδε ποτέ τους Σάκο και Βαντσέτι.

Παρά το κύμα συμπαράστασης ανά τον κόσμο, τις διαδηλώσεις χιλιάδων εργατών, την κινητοποίηση του Τύπου, τη σύσταση επιτροπών για την απελευθέρωσή τους, τις δηλώσεις αλληλεγγύης από κορυφαίους διανοούμενους και συγγραφείς της εποχής, όλες οι αιτήσεις για την επανεκδίκαση της υπόθεσης απορρίφθηκαν και οι Ιταλοί μετανάστες κάθισαν στην ηλεκτρική καρέκλα στο Τσαρλστάουν τις 23 Αυγούστου του 1927 –πρώτα ο Σάκο στις 0.19 τα ξημερώματα, και εννέα λεπτά αργότερα, στις 0.26 ο Βαντσέτι. Μέχρι την τελευταία στιγμή διακήρυτταν την αθωότητά τους.

Ο Φερνινάντο Νικόλα Σάκο από το Τορεματζόρε της επαρχίας Φότζα, έφθασε στις Ηνωμένες Πολιτείες λίγο πριν συμπληρώσει τα 18 του χρόνια, το 1909. Ο Βαντσέτι, γιος αγρότη από το Βιλαφαλέτο της επαρχίας Κούνεο, είχε κάνει το μεγάλο ταξίδι σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής στην Αμερική ένα χρόνο νωρίτερα, το 1908, σε ηλικία 20 ετών. Οι δρόμοι τους και η ιδεολογία τους «συναντήθηκαν» εννέα χρόνια αργότερα στους κόλπους ιταλο-αμερικανικής αναρχικής οργάνωσης, και πρωτοστάτησαν στις απεργίες στις τάξεις του εργατικού κινήματος.

 Η οργάνωση διέφυγε το 1917 στο Μεξικό για να μην στρατολογηθεί για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στον οποίο αντιτασσόταν. Εκεί χτίστηκε η φιλία του Μπαρτ και του Νικ, και έμειναν αχώριστοι μέχρι τέλους. Όταν επέστρεψαν στη Μασαχουσέτη δεν γνώριζαν ότι βρίσκονται στη λίστα των ανατρεπτικών στοιχείων που είχε καταρτίσει το υπουργείο Δικαιοσύνης, ούτε ότι τους παρακολουθούν μυστικοί πράκτορες.

Στις ριζοσπαστικές πολιτικές τους πεποιθήσεις και στην άρνησή τους να υπηρετήσουν στον πόλεμο «επένδυσε» η εισαγγελία στη δίκη, και σε συνδυασμό με την προκατάληψη για τους μετανάστες ήλθε η θανατική καταδίκη, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι νέες εξελίξεις στην υπόθεση και να δοθεί το δικαίωμα σε νέα δίκη. Αντιαμερικανικές διαδηλώσεις έλαβαν χώρα σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, οι μεγαλύτερες στην Ιταλία και τη Γαλλία, και σε μία από αυτές στο Παρίσι εξερράγη βόμβα παρασύροντας στο θάνατο 20 ανθρώπους.

«Δεν θα ευχόμουν σε ένα σκυλί ή σε ένα φίδι, στο πιο χαμερπές και δύστυχο πλάσμα στη γη, δεν θα ευχόμουν σε κανένα από αυτά όσα έχω υποφέρει για πράγματα για τα οποία δεν είμαι ένοχος. Όμως, πεποίθησή μου είναι πως έχω υποφέρει για πράγματα για τα οποία είμαι ένοχος. Υποφέρω γιατί είμαι ριζοσπάστης, και πράγματι είμαι ριζοσπάστης. Υποφέρω γιατί είμαι Ιταλός, και πράγματι είμαι Ιταλός. Όμως, είμαι σίγουρος πως έχω το δίκιο με το μέρος μου, ώστε αν μπορούσατε να με εκτελέσετε δύο φορές, και αν μπορούσα να ξαναγεννηθώ άλλες δύο, θα ζούσα την ίδια ζωή και θα έκανα όσα έχω ήδη κάνει».

Είναι τα λόγια του Βαντσέτι όταν απευθύνεται για τελευταία φορά στον δικαστή Ουέμπστερ Θάγιερ…

* Η ιστορία των Σάκο και Βαντσέτι έχει μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη με την ιταλο-γαλλική παραγωγή του Τζουλιάνο Μοντάλντο το 1971, με τη μουσική του Ένιο Μορικόνε και την Τζοάν Μπαέζ στο διάσημο Here’s to You (με τα λόγια του Βαντσέτι) και τη Ballata per Sacco e Vanzetti, που θύμισαν μία υπόθεση που για πολλούς είχε ξεχαστεί.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου