Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Κοιτάζοντας τα σκατά που αφήνουμε πίσω μας

Είναι η ώρα που οι παραμορφωμένες επιθυμίες των συνανθρώπων μας παίρνουν σάρκα και οστά. Και όλη η σκατολογική άβυσσος της κάλπης, ρυθμίζει την πνευματική κυκλοφορία των συστημικών ιδεών και προτύπων. Αυτή η σχισμή της δημοκρατίας, που εκβάλει στον ερμητικά κλειστό χώρο της αποχαύνωσης. Εκεί που ο παραλογισμός της ποσότητας κάνει την ποιότητα δούλα και ντροπαλή νοικοκυρά.
Εκεί που η γκρίνια του απολίτικου ακτιβισμού χτυπάει κόκκινο. Εκεί που τα θεριά παρασύρουν τους πρόθυμους αμνούς και οι δράκοι με την πύρινη ευγλωττία τους παρασύρουν τις πολιτικές παρθένες στο δάσος του ομαδικού συμβιβασμού. Εκεί που το δίλημμα αγάπη ή έρως, είναι ψευδεπίγραφο και κουλό. Λέξεις και συνθήματα δουλεμένα στο αμόνι του διαφημιστή, παλεύουν να συγκινήσουν με γελοία διλήμματα τον κακόμοιρο δουλοπάροικο της σκατένιας πόλης και του μεταλλαγμένου χωριού. 

Ο δυσκοίλιος ψηφοφόρος μετά το πρωινό του χέσιμο θα οδηγηθεί στην κάλπη και με τη δυσκοίλια αποφασιστικότητά του θα αποφασίσει αυτό που είναι ήδη αποφασισμένο. Διότι η ενοχή για την απόλαυση και την επιθυμία τον οδήγησαν στα σκατά. Διότι αυτή η διευρυμένη προκτολογική συνάφεια της χέστρας και της κάλπης είναι η ουσία. Διότι ο αγαπητός νοικοκύρης όταν σηκώνεται απ’ τον εμαγιέ θρόνο του κοιτάζει πάντα τα σκατά του. Αυτό το κομμάτι του εαυτού του που πέρασε αισίως τα διόδια της κωλοτριπίδας. Αυτό το απόρριμμα της ύπαρξης που θα γίνει κοπριά, λίπασμα ή χάμπουργκερ. 
Εδώ λοιπόν ο υποψήφιος λογίζεται ως κουράδα με δεξιότητες. Ένας λαμπρός μίσχος σκατού που θέλει πάση θυσία να μας εκπροσωπήσει. Να παλέψει για μας με άλλες κουράδες. Να παλέψει για τα συμφέροντά μας. Κι όλα αυτά όχι σε μαρμαρένια αλώνια αλλά σε χρυσοποίκιλτους βόθρους. Μια κουράδα έτοιμη να θυσιαστεί για μας, για τα παιδιά μας και τα σκυλιά μας. Μια ηρωική κουράδα με όραμα. Με όρεξη για δουλειά. Φυσικά για δουλειά. Πάντα για δουλειά. Διότι όλα γίνονται για τη δουλειά. Διότι η κουράδα φτιάχνει τους όρους δουλειάς των Άλλων, η κουράδα κάνει τον κοινωνικό έλεγχο πράξη. Διότι η κουράδα διαμορφώνει τα μεροκάματα και τις σχέσεις. Και άλλα πολλά. Μέσα στη διάφανη κυβισμένη κάλπη σταυρώνονται και επιλέγονται οι καλύτερες και πιο λαχταριστές μας κουράδες.
Αυτές που πέρασαν με άριστα όλους τους δείκτες αξιολόγησης και βγήκαν αστραφτερές και ρωμαλέες στην αγορά. Αυτές που θα έχουν λόγο από δω και μπρός για μας και για τις επιθυμίες μας και θα μας εκπροσωπήσουν μπροστά στον ύψιστο Ευρωπαίο σκατιάρη. Αυτές που μας εκκλησιάζουν διηνεκώς από τηλεοράσεως στειρώνοντάς μας γλυκά, διότι που να τρέχουμε τώρα να γαμάμε και να αποφασίζουμε για μας. Διότι ο εκκλησιασμός στη μια και μοναδική άποψη, έκανε κομπόστα τα γεννητικά όργανα, αυτά που λατρεύονταν σε κάποια μακρινή παγανιστική αρχαιότητα και ήταν ξόρκια του κακού και των κακών. 
Αυτά που γιάτρευαν τις αρρώστιες του μυαλού και της σάρκας και είχαν τη θέση τους στο εικονοστάσι του ανδρόγυνου ερωτισμού. Αυτά που οδηγούσαν στον Άλλο. Αυτά που δε φορούσαν ράσα και πετραχήλια. Αυτά που δεν κυκλοφορούσαν παράνομα σε κινητά και σκληρούς δίσκους αλλά συνομιλούσαν στην αγορά πριν την κατακλύσουν οι κουράδες. Στην αγορά πριν την αγοράσουν οι τραπεζίτες. Στην αγορά πριν την μαγαρίσει το κέρδος, ο ανταγωνισμός και ο τεχνοκράτης. Στην αγορά που η διαφωνία είχε ερωτισμό και δε μύριζε καμένη σάρκα και κρεματόρια.
Στην αγορά που είχε όλα τα χρώματα κι όλες τις ποικιλίες έτοιμα να ανθίσουν. Στην αγορά που δεν είχε σιδερολοστούς και γομάρια που προσβάλουν χυδαία τα ποτάμια, τις ελιές και τους ανθρώπους. Στην αγορά, που δεν εμπορεύονταν τον ανθρώπινο πόνο και την πείνα το μισαλλόδοξο ιερατείο. Στην αγορά που η ανάπτυξη δεν ήταν μπετόν και σιδερόβεργες και ξαπλώστρες στην παραλία. Στην αγορά που δεν είχε ευνουχισμένους ονειροπόλους νέους, που το μόνο τους βασικό πτυχίο είναι το φευγιό απ’ το πατρικό και το μόνο τους φρικαλέο όνειρο είναι να περνάν αυτοί καλά και οι άλλοι στ’ αρχίδια τους. 

Αυτούς τους νέους που παραμένουν άπραγοι, σε μιαν υστερική χαβαλέδικη παράλυση, μέσα στην πολιτική αμηχανία του δωματίου τους, μετρώντας τα πάντα με το χρήμα, αυτό το απόρριμμα της συσσωρευμένης αποχής απ’ την επιθυμία. Αυτό το χρήμα που διαχειρίζεται ο κοινοβουλευτικός στάβλος και οι εκλεγμένες κουράδες του. Αυτό το χρήμα που αλέθουν τα στομάχια των αρχιεπισκόπων και το ξερνάνε ως ελεημοσύνη στα πιάτα των φτωχών. Αυτό το χρήμα που ναυλώνει τα δουλεμπορικά στο Αιγαίο για να έρθουν στη Δύση ακόμα πιο φτηνά χέρια κι ακόμα πιο φτηνό κρέας για τα σκυλόψαρα της πολιτισμένης Ευρώπης που εκλέγει με άκρως δημοκρατικό τρόπο τις σπουδαίες κουράδες της.
Αυτό το χρήμα που κομματιάζει τις πάλλουσες καρδούλες και ασχημονεί εν λόγω, εν έργω και εν διανοία. Αυτό το χρήμα που όσο πολλαπλασιάζεται τόσο διαιρεί τους ανθρώπους. Αυτό το χρήμα που χρησιμεύει ως κωλόχαρτο των πλουσίων και ως αγχόνη των φτωχών. Αυτό το χρήμα που προστατεύουν τα καθεστώτα και οι κουράδες τους. Διότι για να φτάσεις στο χρήμα πρέπει να περάσεις μέσα απ’ τα σκατά. Να γίνεις σκατό στη θέση του σκατού και να βλέπεις όνειρα με σκατά. Γιατί ως γνωστόν όταν βλέπεις στον ύπνο σου σκατά παίρνεις λεφτά. Πολλά λεφτά.




Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Εκλογές: O μύθος της δημοκρατίας και η φιλελεύθερη ολιγαρχία

Πολλοί είναι αυτοί που ορίζουν ένα πολίτευµα ως δηµοκρατικό, µόνο και µόνο από το γεγονός ότι παρέχει στους πολίτες του το δικαίωµα να ψηφίζουν/εκλέγουν κυβερνήσεις οι ίδιοι, και ταυτόχρονα µπορεί να εγγυηθεί κατά κάποιον τρόπο µια στοιχειώδη ελευθερία του λόγου, του τύπου και της συνάθροισης. Στην πραγµατικότητα όµως, η δηµοκρατία είναι κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτό. Το γεγονός και µόνο ότι έχουµε το δικαίωµα να εκλέγουµε κάποιον που θ’ αποφασίζει για εµάς, δεν νοµιµοποιεί ταυτόχρονα και τον χαρακτηρισµό του σηµερινού καζίνου ως δηµοκρατία. Κάποτε ο Ρουσσώ (στο Κοινωνικό Συμβόλαιο) έλεγε ότι οι Άγγλοι γίνονται πολίτες µόνο µια φορά στα τέσσερα χρόνια, όταν καλούνται να ψηφίσουν, να εκλέξουν έναν ηγέτη που τους αντιπροσωπεύει. Αυτή η ηµέρα των εκλογών είναι και η µόνη που οι φωνές τους ακούγονται.
Μετά το τέλος όµως της διεξαγωγής των εκλογών, η δουλεία επιστρέφει, κι επιστρέφει διότι κανένας τους δεν µπορεί να παρέµβει ούτε στις αποφάσεις έχουν ληφθεί δημοκρατικά, αλλά ούτε και σ’ αυτές που θα λάβει η κοινοβουλευτική ολιγαρχία. Μένουν, λοιπόν, έρµαια των πολιτικών επιλογών των ολίγων που οι ίδιοι εξέλεξαν, δίχως τη δυνατότητα (αυτο)αναίρεσης και περαιτέρω συμμετοχής. Ωστόσο, βέβαια, και κυρίως µε βάση τα σηµερινά δεδοµένα, ούτε καν αυτή η µέρα των εκλογών δεν µπορεί να χαρακτηριστεί ως µια µέρα πραγµατικής ελευθερίας. Και αυτό διότι οι περισσότερες αποφάσεις κρίνονται µε βάση τις µαθηµατικές/οικονομικές εξισώσεις των αγορών. Ούτε καν από την κοινοβουλευτική ολιγαρχία! Εποµένως, ακόµα και η έννοια της φιλελεύθερης δηµοκρατίας ακούγεται άκυρη και μή αντιπροσωπευτική. Η πραγµατική ονοµασία του σηµερινού µας πολιτεύµατος θα έπρεπε να ονοµάζεται φιλελεύθερη ολιγαρχία, όπως πολύ εύστοχα την αποκαλούσε ο Κορνήλιος Καστοριάδης. [1]

Εν ολίγοις, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: για ποιόν λόγο να συμμετάσχει κανείς στην εκλογική διαδικασία από την στιγµή που τα πράγµατα δεν καθορίζονται µόνο από τους βουλευτές που εµείς νόµιµα έχουµε εκλέξει αλλά κυρίως από διάφορους µηχανιστικούς µαθηµατικούς/οικονοµικούς διεθνείς παράγοντες που ρυθµίζουν την παγκόσµια οικονοµία; Δεν έχουµε, λοιπόν, ν’ αντιµετωπίσουµε απλά και µόνο µια εκλεγµένη ολιγαρχία, αλλά µια οικονοµική δικτατορία εντός ενός καθεστώτος που για εντελώς τυπικούς και µόνο λόγους, χρησιµοποιεί κάποιες δηµοκρατικές έννοιες, όπως οι εκλογές.

Πολλοί από εµάς σκοπεύουν να ψηφίσουν έτσι ώστε «να µην πάει η ψήφος χαµένη». Ή µε το σκεπτικό πως «από το να βγει κυβέρνηση από µια µικρή µειοψηφία, είναι καλύτερα να ρίξω ψήφο διαµαρτυρίας – να στηρίξω το κόµµα που είναι το λιγότερο κακό ή αυτό που, αν και δεν µε εκφράζει, είναι πάντως “πιο κοντά” σε µένα». Όλες αυτές οι αντιλήψεις αποδεικνύουν περίτρανα τον θλιβερό εγκλωβισµό του  ψηφοφόρου (και ολόκληρου του Κυρίαρχου Λαού…) εντός µιας φυλακής όπου ο  καθένας µπορεί να πει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι αλλά έως την εβδόµη βραδινή – ώρα κατά την οποία το πανηγύρι ελευθερίας και η αυταπάτη περί λαϊκής κυριαρχίας  τελειώνει και ο κόσµος, από προαυλιζόµενος στα εκλογικά κέντρα των υποψηφίων και τα εκλογικά τµήµατα, επαναµετατρέπεται σε έγκλειστος και τηλεοπτικο-αυνανιζόµενος.
Ποιά δυνατότητα έκφρασης δίνει η σηµερινή (κατ’ επίφαση) δηµοκρατία σ’ αυτόν που διαφωνεί µε το ίδιο το πολιτικό σύστηµα ή ακόµη και µε την αντιπροσωπευτική δηµοκρατία καθαυτή; Ποιά δυνατότητα συµµετοχής στη λήψη αποφάσεων (που ρυθµίζουν την ίδια του τη ζωή) έχει ο πολίτης, πέρα από τη συµβολική ρίψη ενός κωλόχαρτου σε ένα κουτί, κάθε τέσσερα (ή όσα βολεύει το σύστηµα) χρόνια; Οι  εκλογές δεν αποτελούν τίποτε παραπάνω από την ψευδαίσθηση της συµµετοχής, παράλληλα µε την καλλιέργεια της ηθικής της συλλογικής  ευθύνης. «Αφού πρώτο κόµµα ήταν το τάδε, δεν µπορείτε να µιλάτε για σύγχρονη µορφή χούντας, καθώς ο λαός µίλησε».  Ο λαός, λοιπόν, σύµφωνα µε τους υφιστάµενους εξουσιαστικούς θεσµούς, είναι ένα χειραγωγήσιµο αντικείµενο (ούτε καν υποκείµενο) το οποίο, είτε µε την ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων, είτε µε την αναγκαστική έκθεσή του σε εκβιαστικά διληµµάτα, έχει τη δυνατότητα να κινηθεί «ελεύθερα» µεν αλλά περιοριζόµενος σε δύο διαστάσεις σαν καρικατούρα ενός ξένου προς αυτόν σχεδιαστή.


Πηγή

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Στους παραιτημένους



Μισώ του παραιτημένους!
Μισώ τους παραιτημένους, όπως μισώ τους βρόμικους, όπως μισώ τους αργόσχολους!
Μισώ την παραίτηση! Μισώ τη ρυπαρότητα, μισώ την αδράνεια.
Λυπάμαι τον άρρωστο που λυγίζει κάτω από κάποιον κακοήθη πυρετό· μισώ τον φανταστικά άρρωστο που λίγη θέληση θα τον έστεκε στα πόδια του.
Λυπάμαι τον αλυσοδεμένο, που περιβάλλεται από φρουρούς συνθλιμμένος κάτω από το βάρος των σίδερων στους πολλούς.
Μισώ τους στρατιώτες που είναι λυγισμένοι από το βάρος των σιριτιών και τριών αστεριών· τους εργάτες που είναι λυγισμένοι κάτω από το βάρος του κεφαλαίου.

Λατρεύω τον άνθρωπο που λέει αυτό που αισθάνεται όπου κι αν είναι· μισώ τον ψηφοφόρο που αναζητά τη διαρκή κατάκτηση από την πλειοψηφία.
Λατρεύω το σοφό συνθλιμένο κάτω από το βάρος της επιστημονικής έρευνας· μισώ το άτομο που κάμπτει το σώμα του κάτω από το βάρος μιας άγνωστης δύναμης, κάποιου “Χ,” Θεού,

Μισώ, λέω, όλους εκείνους που, παραδίδοντας στους άλλους μέσω του φόβου ή της παραίτησης ένα μέρος της δύναμής τους ως άνθρωποι, όχι μόνο κρατούν τα κεφάλια τους κάτω, αλλά κάνουν εμένα, και εκείνους που λατρεύω, να κρατούν τα κεφάλια τους κάτω, επίσης μέσω του βάρους της τρομερής τους συνεργασίας ή της ηλίθιας αδράνειάς τους.

Τους μισώ· ναι τους μισώ, επειδή, το νιώθω. Δεν υποκλίνονται μπροστά στα σιρίτια του αξιωματικού, στη σάρπα του δημάρχου, το χρυσό του καπιταλιστή· στα χρηστά ήθη ή τη θρησκεία. Για πολύ καιρό έχω μάθει ότι όλα αυτά τα πράγματα είναι απλά στολίδια που μπορούμε να σπάσουμε σαν γυαλί…λυγίζω κάτω από το βάρος της παραίτησης των άλλων. Ω πόσο μισώ την παραίτηση!
Λατρεύω τη ζωή.
Θέλω να ζω, όχι με έναν μικροπρεπή τρόπο όπως εκείνοι που ικανοποιούν μονάχα ένα μέρος των μυών τους, τα νεύρα τους, αλλά με ένα μεγαλοπρεπή τρόπο, ικανοποιώντας τους μυς του προσώπου καθώς επίσης και τις γάμπες, την πλάτη μου καθώς επίσης και το μυαλό μου.
Δεν θέλω να ανταλλάσσω ένα τμήμα του τώρα για ένα πλασματικό τμήμα του αύριο. Δεν θέλω να παραδώσω τίποτα του παρόντος για τον αέρα του μέλλοντος.
Δεν θέλω να κάμψω οτιδήποτε δικό μου κάτω από τις λέξεις πατρίδα, Θεός, τιμή. Γνωρίζω πολύ καλά το κενό αυτών των λέξεων, αυτά τα θρησκευτικά και κοσμικά φαντάσματα.
Γελώ με τη συνταξιοδότηση, με την ελπίδα των παραδείσων για την οποία ελπίδα κρατούν τους παραιτημένους, οι θρησκείες, και το κεφάλαιο.
Γελώ με όσους που, εξοικονομώντας για τα γεράματά τους, στερούν από τον εαυτό τους τα νιάτα τους· εκείνοι που, προκειμένου να φάνε στα εξήντα, νηστεύουν στα είκοσι.
Θέλω να τρώω ενώ έχω γερά δόντια να σχίζω και να συνθλίβω υγιεινά κρέατα και χυμώδεις καρπούς. Όταν τα υγρά του στομαχιού μου χωνεύουν δίχως πρόβλημα θέλω να πιω το γέμισμα μου των δροσιστικών και τονωτικών ποτών.
Θέλω να ερωτεύομαι γυναίκες, ή μια γυναίκα, ανάλογα με την κοινή μας επιθυμία, και δεν θέλω να παραιτούμαι στην οικογένεια, το νόμο του Κώδικα· τίποτα δεν έχει κανένα δικαίωμα πάνω στο σώμα μας. Θέλεις, θέλω. Ας γελάμε με την οικογένεια, το νόμο, την αρχαία μορφή παραίτησης.

Αλλά αυτό δεν είναι όλο. Θέλω, από τη στιγμή που έχω μάτια, αυτιά, και άλλες αισθήσεις, περισσότερο από το να πίνω απλώς, να τρώω, να απολαμβάνω το σεξουαλικό έρωτα: θέλω να βιώσω τη χαρά σε άλλες μορφές. Θέλω να βλέπω όμορφα γλυπτά και πίνακες, να θαυμάζω Ροντέν ή Μανέ. Θέλω να ακούω τους καλύτερους θιάσους όπερας να παίζουν Μπετόβεν ή Βάγκνερ. Θέλω να ξέρω τα κλασικά στο Comedie Française, να ξεφυλλίζω το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό παρελθόν αφημένο από ανθρώπους του παρελθόντος στους ανθρώπους του παρόντος, ή ακόμα καλύτερα, να ξεφυλλίζω τα τώρα και για πάντα ημιτελή άπαντα της ανθρωπότητας.

Θέλω χαρά για μένα, για την επιλεγμένη σύντροφό μου, για τους φίλους μου. Θέλω ένα σπίτι όπου τα μάτια μου να μπορούν να ξεκουράζονται ευχάριστα όταν τελειώνει η δουλειά μου.
Επειδή θέλω τη χαρά της εργασίας, επίσης· αυτήν την υγιή χαρά, αυτήν την ισχυρή χαρά. Θέλω τα χέρια μου να χειρίζονται το αεροπλάνο, το σφυρί, το φτυάρι και το δρεπάνι.
Ας αφήσουμε τους μυς να αναπτύσσονται, το θωρακικό κλωβό να γίνει μεγαλύτερος με δυνατές, χρήσιμες και λογικές κινήσεις.
Θέλω να είμαι χρήσιμος, θέλω να είμαστε χρήσιμοι. Θέλω να είμαι χρήσιμος στο γείτονά μου και για το γείτονά μου να είναι χρήσιμος σε μένα. Επιθυμώ να κοπιάζουμε πολύ, επειδή είμαι αχόρταγος για χαρά. Και αυτό γιατί θέλω να απολαύσω τον εαυτό μου που δεν είμαι παραιτημένος.

Ναι, ναι θέλω να παράγω, αλλά θέλω να διασκεδάζω. Θέλω να ζυμώνω τη ζύμη, αλλά να τρώω καλύτερο ψωμί· να εργάζομαι στον τρύγο, αλλά να πίνω καλύτερο κρασί· να χτίζω ένα σπίτι, αλλά να ζω σε καλύτερα διαμερίσματα· να φτιάχνω έπιπλα, αλλά να κατέχω τα χρήσιμα, να βλέπω τα όμορφα· θέλω να χτίζω θέατρα, αλλά αρκετά μεγάλα για να στεγάζουν εμένα και την οικογένειά μου.

Θέλω να συνεργάζομαι στην παραγωγή, αλλά θέλω επίσης να συνεργάζομαι στην κατανάλωση.
Μερικοί ονειρεύονται να παράγουν για τους άλλους στους οποίους θα φύγουν, ω η ειρωνεία του, τις καλύτερες των προσπαθειών τους. Όσο για μένα, θέλω, ελεύθερα ενωμένα με τους άλλους, να παράγω αλλά επίσης να καταναλώνω.

Ε εσείς οι παραιτημένοι, κοιτάχτε: φτύνω τα είδωλά σας. Φτύνω τον Θεό, την Πατρίδα, φτύνω τον Χριστό, φτύνω τη σημαία, φτύνω το κεφάλαιο και το χρυσό μόσχο· φτύνω τους νόμους και Κώδικες, τα σύμβολα της θρησκείας· είναι στολίδια, θα μπορούσα να νοιαζόμουνα λιγότερο γι’ αυτά, γελάω με αυτά…
Μόνο μέσω εσάς σημαίνουν κάτι για μένα· αφήστε τα πίσω και θα σπάσουν σε κομμάτια.
Είστε έτσι μια δύναμη, εσείς οι παραιτημένοι, μία από εκείνες τις δυνάμεις που δεν γνωρίζουν ότι είναι μια τέτοια, αλλά που παρόλα αυτά είναι μια δύναμη, και δεν μπορώ να σας φτύσω, μπορώ μόνο να σας μισώ…ή να σας λατρεύω.
Πάνω από όλες τις επιθυμίες μου είναι αυτή του να σας δω να τινάσσετε από πάνω σας την παραίτησή σας με ένα φοβερό ξύπνημα της ζωής.
Δεν υπάρχουν μελλοντικοί παράδεισοι, δεν υπάρχει μέλλον· υπάρχει μόνο το παρόν.

Ας ζήσουμε!

Ζήστε! Η παραίτηση είναι θάνατος.

Η εξέγερση είναι ζωή.
Το άρθρο του Αλμπέρτ Λιμπερτάντ στην L’Anarchie που δημοσιεύτηκε στις 13 Απριλίου 1905

Mετάφραση από την Αιχμή


http://aixmi.wordpress.com/

Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

Απάντηση στα λόγια ενός πιστού

Η καρδιά σου είναι γεμάτη με οίκτο και θλίψη απ’ το θέαμα της αθλιότητας που σκεπάζει την ανθρωπότητα, απ’ τις αμηχανίες και τις περιπέτειες που τη βασανίζουν.

Και μένα επίσης. Τί κάνετε, τότε, γι’ αυτό, Mademoiselle;
Όπως όλοι εκείνοι που   π ι σ τ ε ύ ο υ ν   σ τ η   μοιραία αναγκαιότητα των θεσμών που μας κυβερνούν, δε σκέφτεστε ν’ αναρωτηθείτε εάν τούτo το σύνολο των δεινών υπό το βάρος των οποίων οι άνθρωποι μοχθούν μπορεί να καταλογιστεί σ’ αυτούς τους ίδιους τους θεσμούς. Και χωρίς να συλλογίζεστε αναμφίβολα απευθύνεστε σ’ εκείνους που τους πολεμούν, που τους καταδικάζουν κι εργάζονται για να τους αντικαταστήσουν με άλλες κοινωνικές ρυθμίσεις, και τους ζητάτε να παραιτηθούν απ’ την κακή εργασία που διεξάγουν. Είμαι, Mademoiselle, ένας απ’ αυτούς τους κακούς εργάτες, και στην προπαγανδαστική εργασία μου σας απαντώ, δίνοντας τους λόγους που έχω την αξίωση να θεωρηθούν αποφασιστικοί.
Είπα:
Ο Θεός είναι πλάνη, κι εγώ δεν πιστεύω πια σ’ αυτόν· ο Θεός είναι ένα ψέμμα και υποκρισία, και τον πολεμώ· Θεός είναι θρησκεία, και όχι μονάχα αυτό δε με ρυθμίζει, αλλ’ είναι μια θλίψη· όχι μονάχα δε φέρνει στην ανθρωπότητα ηρεμία και χαρά, αλλά έχει γράψει τις πιο οδυνηρές και αιματηρές σελίδες της ιστορίας, κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο παλεύω ενάντια στη θρησκεία.
Είπα:
Ο πατριωτισμός είναι το νέο δόγμα. Πάνω στα ερείπια των παλιών Πιστεύω που καταρρέουν, είναι η νέα πίστη· αναγκαία στ’ αφεντικά για να μπορούν να διατηρήσουν τις αλυσσίδες που έχoυν φορέσει στους σκλάβους.
Ο πατριωτισμός είναι ένα παράλογο κι ανόητο μίσος για ο,τιδήποτε δεν αποτελεί μέρος της πατρίδας.
Πατριωτισμός είναι οι στρατώνες, είναι ο στρατός, κι είναι το προλεταριάτο σε ένστολη σφαγή, προς όφελος και υπό τις διαταγές της καπιταλιστικής τάξης, το προλεταριάτο με στολές εργασίας.
Πατριωτισμός είναι η ανάγκη για εκδίκηση επιβεβλημένη στη νίκηση εθνών και στο να μετατρέπει τον πλανήτη μας σ’ ένα πελώριο πεδίο μάχης όπου η μάχη δε θα τελειώσει ποτέ.
Γι’ αυτό πολεμώ τον πόλεμο· γι’ αυτό, εργάτης για τη ζωή κι όχι για το θάνατο, είμαι ένας διεθνιστής και ζητώ την παύση των στρατών και κηρύττω την παγκόσμια ειρήνη.
Είπα:
Η αγάπη είναι, απ’ την ίδια της τη φύση υποκείμενη σε φαντασιώσεις· είναι ιδιότροπη, ηλεκτρική. Είναι τρέλλα να θέλει να την υποβάλει κανείς σε σταθερούς κανόνες εφαρμόσιμους σε όλους. Φιλοσοφικά, η ελευθερία είναι το μοναδικό καθεστώς στο οποίο μπορεί να προσαρμοστεί.
Στην πράξη ο γάμος δίνει αξιoθρήνητα αποτελέσματα. Μακρυάαπό το νάναι μια εγγύηση της συμφωνίας και της ευτυχίας, δίνει ζωή στις χείριστες μορφές της υποκρισίας και τις πιο λυπηρές καταστάσεις.
Μια αλυσσίδα πάντoτε άχρηστη κι επικίνδυνη· μια αλυσσίδα πάντοτε ανυπόφορη, πρέπει να σπάσει.
Όλα τα παιδιά υποφέρουν εξαιτίας της οικογένειας, μερικά επειδή έχουν, άλλα επειδή δεν έχουν.
Γι’ αυτούς τους λόγους στιγματίζω το γάμο και τις ματαιόδοξες διατυπώσεις που τον περιβάλλουν. Ορκίζομαι απ’ την επικείμενη κι αναγκαία καταστροφή της νομικής οικογένειας βασισμένης στην απληστία και η οποία πρέπει ν’ αντικατασταθεί απ’ τη μεγάλη ανθρώπινη οικογένεια, που επαναπαύεται στη στέρεα ανάπτυξη όλων των ατομικών συμφερόντων.
Έδωσα καθεμιά απ’ αυτούς τους λόγους την ανάπτυξη που θεωρώ απαραίτητη.

Και τώρα, mademoiselle, ανακεφαλαιώνω.
Θλιβερή, πολύ θλιβερή είναι η ζωή που ζουν οι τωρινές γενεές. Κι όμως, η κινητήρια δύναμη όλων των ανθρώπινων πράξεων είναι η αναζήτηση κάποιου είδους ικανοποίησης, και το ιδεώδες της κοινωνίας είναι η συνειδητοποίηση του μεγαλύτερου ποσού της ευτυχίας για όλους.
Θρησκεία, Ιδιοχτησία, Πατρίδα, Οικογένεια – πεποιθήσεις και θεσμοί που όλοι προέρχονται απ’ την αρχή της εξουσίας – έκαναν και εξακολουθούν να κάμουν την ιστορία αιώνων ένα πολύ θλιβερό κι αιματηρό δράμα.
Τούτο το δράμα, διαιωνίζοντας την άγνοια που μόνο του γεννά, εσείς, εν αγνοία σας, θέλετε να παρατείνετε.
Σ’ αυτό το δράμα θέλω, με όλο το ζήλο της θέλησής μου, να βάλλω ένα πρόωρο τέλος.
Και γι’ αυτό το σκοπό θα χρησιμοποιήσω όλες τις δυνάμεις μου για την κατεδάφιση όλων των αυταρχικών Βαστιλλών: κυβέρνηση, καπιταλισμός, θρησκεία, ο στρατός, κοινοβούλιο, το δικαστικό κλάδο, η αστυνομία, η οικογένεια.
Τούτο είναι το πρώτο μέρος της αποστολής μου.
Αλλά ο άνθρωπος δεν είναικαμωμένος να ζει ανάμεσα στα ερείπια. Το πνεύμα του δεν τρέφεται μονάχα από άρνηση, η καρδιά του δεν είναι καμωμένη μονάχα για το μίσος.
Κι εδώ είναι που εμφανίζεται η αναγκαιότητα για το οικοδόμημα που πρέπει ν’ ακολουθήσει τα ερείπια: βεβαιώσεις που απορρέουν απ’ τις αληθινές αρνήσεις, αγάπη ογκoύμενημπρος από το μίσος.
Το κοινωνικό σώμα πάσχει σε όλα τα μέρη του: στο στομάχι του, στο μυαλό του, στην καρδιά του. Πεθαίνει από αθλιότητα. Η αθλιότητα του στομαχιού είναι η πείνα· η αθλιότητα του πνεύματος είναι η άγνοια· η αθλιότητα της καρδιάς είναι το μίσος.
Τούτο το τριπλό τέρας πρέπει να σωριαστεί κάτω.
Η γιατριά έχει βρεθεί: αντιεξουσιαστικός κομμουνισμός.
Μέσα απ’ αυτόν καθένας θα βρει, στο αχανές υλικό ταμείο διατηρημένο απ’ την κοινή προσπάθεια, όλ’ αυτά που χρειάζεται για να ικανοποιήσει τις φυσικές του ανάγκες.
Μέσα απ’ αυτόν, καθένας θα βρει, στο ατελείωτο πνευματικό ταμείο που τροφοδοτείται απ’ την αδιάκοπη εργασία των πνευμάτων στη δουλειά, όλ’ αυτά που χρειάζεται για να ικανοποιήσει την επιστημονική του όρεξη, τα καλλιτεχνικά του γούστα.
Μέσα απ’ αυτόν καθένας θα βρεί στo ασφαλή συναισθηματικό ταμείο, συνεχώς εμπλουτιζόμενο απ’ την ανάγκη για αγάπη, όλ’ αυτά που χρειάζεται για να ηρεμήσει τη δίψα του για τρυφερότητα.
Ο αντιεξουσιαστικός κομμουνισμός, με τον οποίο όλα τα στομάχια, όλα τα μυαλά και όλες οι καρδιές μπορούν και πρέπει να απελευθερωθούν, αυτός είναι η γιατριά.
Toύτη η γιατριά είναι εφαρμόσιμη, αλλά δεν είναι ακόμα αρκετά γνωστή. Είναι έτσι αναγκαίο να την εκλαϊκεύσω. Είμαι ένας απ’ αυτούς τους εκλαϊκευτές και τίποτ’ άλλο. Κι αυτό πλήρως ικανοποιεί για τη δραστηριότητά μου και τη φιλοδοξία μου.
Σεμπαστιέν Φωρ, Reponse aux paroles d’une croyante. Oyonnax, Imprimerie Ouvriére, 1903

Μετάφραση: AIXMH